Γρηγόρης Ν. Κονδύλης

«Ο μεταφραστής πρέπει να είναι καχύποπτος»

Φρέαρ #003

Γιατί μεταφράζω, λοιπόν… Η απάντηση αναπόφευκτα έχει αρκετές πτυχές – και εξηγούμαι:

Μια πτυχή είναι ο βιοπορισμός. Μεταφράζω ή εργάζομαι ως μεταφραστής για ν’ αποκτώ τ’ απολύτως αναγκαία για τη ζωή.

Μια άλλη πτυχή είναι η ευχαρίστηση. Μ’ ευχαριστεί να μεταφράζω, κι ένας από τους πολλούς λόγους γι’ αυτό είναι ότι η μετάφραση είναι η αποτελεσματικότερη ανάγνωση. Αν τα δύο αυτά, βιοπορισμός και ευχαρίστηση πάνε μαζί, τότε λέμε ότι κάνω μια δουλειά που μου αρέσει και με την έννοια αυτή γίνομαι καλύτερος σε αυτό που κάνω.

Επίσης οφείλω να πω ότι ως αναγνώστης έχω κι εγώ αγαπημένους συγγραφείς τους οποίους έχω διαβάσει σε άλλη γλώσσα και θέλω πολύ να τους μεταφέρω στη μητρική μου. Αυτό όντως συνέβη με μερικά βιβλία, τα οποία μετέφρασα με περισσό μεράκι.

Πάντως για ν’ αναφερθώ στον εαυτό μου, το ραντεβού με τη μετάφραση έγινε τυχαία, κάτι σαν blind date. Είχα μετακομίσει στην Ελλάδα από το εξωτερικό και μου έγινε η πρόταση να μεταφράσω κάποια άρθρα σε περιοδικό. Κατόπιν μου πρότειναν τη μετάφραση ενός βιβλίου κι εκεί έγιναν οι αρραβώνες. Ο γάμος και ο έρωτας για το συγκεκριμένο επάγγελμα ήρθαν μετά, χωρίς ωστόσο την αίσθηση ότι είχαν αργήσει.

Γιατί έγιν’ έτσι; Γιατί, σε τέτοιες περιπτώσεις, η αγάπη για το αρχικό κείμενο, το πρωτότυπο, σε σπρώχνει να το μεταφράσεις, να μπεις στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της απόδοσής του σε μια άλλη γλώσσα, να το δεις να γεννιέται εκ νέου, όχι απαραίτητα ως αυτό που ήταν αλλά σίγουρα θεμελιωμένο στο πνεύμα του πρωτοτύπου αποδοσμένο πλέον μέσω της δικής ματιάς, άποψης, σκέψης και γραφίδας.

Ο τρόπος που μεταφράζω είναι συγκεκριμένος. Αν υπάρχει χρόνος, διαβάζω το βιβλίο, αν όχι το μεταφράζω αδιάβαστο. Βέβαια στη δεύτερη περίπτωση και αναλόγως τη δυσκολία του κειμένου μπορεί να χρειαστεί περισσότερος χρόνος. Δυστυχώς ο χρόνος του μεταφραστή και της δουλειάς του είναι ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα στη δουλειά μας. Και γι’ αυτό ίσως ακούγεται πολλές φορές η άποψη ότι η μετάφραση πρέπει να είναι χόμπι και όχι επάγγελμα. Γιατί εκείνος που έχει μια άλλη δουλειά και πληρώνεται απ’ αυτήν χρησιμοποιεί τον ελεύθερο χρόνο του να μεταφράσει κάτι που του αρέσει και μάλιστα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και τότε έχουμε μεταφράσεις πραγματικά διαμάντια. Αλλά και στην περίπτωση του χομπίστα και στην περίπτωση του επαγγελματία απαιτείται χρόνος, οι μεταφράσεις δεν γίνονται στο άψε σβήσε.  

Και από τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι σχεδόν όλοι οι μεταφραστές –άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο– έχουν να επιδείξουν καλές και κακές στιγμές στη διαδρομή τους. Αν πάρω τον εαυτό μου ως παράδειγμα, έκανα τη χειρότερη μετάφραση όταν κρατούσα τον γιο μου, μωρό ακόμη, για ν’ αρχίσει να πηγαίνει η σύζυγος στη δουλειά. Ο κανακάρης μου δοκίμαζε τη φωνή του (και τα νεύρα μου) μέσα στο αυτί μου.

Οι καλές στιγμές είναι, ευτυχώς, περισσότερες. Ειδικά όταν διαβάζεις ή ακούς επαίνους για τη δουλειά σου, και μάλιστα από εκεί που πρέπει: από τον επαρκή αναγνώστη, που λέει και ο Στάινερ.

Είναι απαραίτητο ένας μεταφραστής να παρακολουθεί την ξένη λογοτεχνία και ειδικά τη λογοτεχνία από τις γλώσσες που μεταφράζει. Πριν από αυτό, όμως, είναι βασικό να έχει καταδυθεί στα βάθη της γλώσσας από την οποία μεταφράζει, να έχει κολυμπήσει στα νερά της, να γνωρίζει τις παγίδες της και τις ομορφιές της. Προσωπικά έχω συχνή επαφή με εκδοτικούς οίκους της Σουηδίας που μου στέλνουν πληροφορίες για νέα μυθιστορήματα, παρακολουθώ τις παρουσιάσεις και τις κριτικές στο διαδίκτυο, οι οποίες είναι πάρα πολλές και ανάμεσά τους βρίσκει κανείς θησαυρούς. Συζητώ καμιά φορά με φίλους στη Σουηδία για βιβλία που έχουν διαβάσει και προσπαθώ να είμαι ενημερωμένος όσο περισσότερο γίνεται. Και αυτό το λέω επειδή και εδώ υπεισέρχεται ο παράγοντας χρόνος και βάζει τρικλοποδιές. Αν δω κάτι που μου αρέσει πραγματικά δεν διστάζω να το προτείνω στους εκδότες. Από κάποιους δεν εισακούομαι. Θυμάμαι παλιότερα ότι ήταν δύσκολο πολύ να πείσεις τους εκδότες να εκδώσουν κάτι σκανδιναβικό. Είχα προτείνει σ’ έναν εκδοτικό οίκο να μεταφράσουμε την τριλογία του Στιγκ Λάρσον. Δεν με άκουσαν. Το πήρε άλλος εκδοτικός οίκος και ξέρουμε τι επιτυχία είχε. Ο Λάρσον ήταν λοιπόν ο συγγραφέας που έδωσε «τον κλότσο να γυρίσει» η κατάσταση για τη σκανδιναβική λογοτεχνία στην Ελλάδα.

 Θα ήταν ευχής έργο να μετέφραζε κανείς ό,τι του άρεσε. Το συνηθέστερο είναι να προτείνει ο εκδοτικός μηχανισμός τι βιβλίο θέλει να μεταφράσει. Βέβαια ο εκδοτικός κόσμος στην Ελλάδα είναι αυστηρά εμπορικός. Αυτός δεν είναι απαραίτητα κακό ή απαραίτητα καλό. Πολλοί εκδότες κάνουν το εξής: εκδίδουν επιτυχημένους σε πωλήσεις συγγραφείς (όχι πάντοτε ποιοτικούς) και με τα κέρδη στηρίζουν και βιβλία (ποιοτικά) συγγραφέων που δεν πουλάνε και τόσο. Εδώ πρέπει να πω ότι υπάρχουν βιβλία –το Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ, το Λούντβιχ Βίττγκενσταϊν: το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ, το Σίλας Μάρνερ της Τζορτζ Έλιοτ κι άλλα πολλά– τα οποία είναι διαχρονικά, δηλαδή μπορεί να μην ξεπούλησαν αμέσως, αλλά πουλάνε κατά καιρούς. Βέβαια ο εκδότης θα πρέπει να είναι σε θέση να στηρίζει τέτοια βιβλία.

Αναρωτιέμαι ενίοτε αν βιβλία που έχουν γνωρίζει επιτυχία στο εξωτερικό θα πουλήσουν καλά και εδώ, τηρουμένων των αναλογιών πάντοτε. Πιστεύω πως ναι.

Υπάρχουν όμως βιβλία που δεν έχουν μεταφραστεί. Τα περισσότερα του Γιαν Γκιγιού. Ο Γκιγιού είναι μεγάλος συγγραφέας, η πένα του τσακίζει κόκαλα, θεωρείται ένας από τους καλύτερους πολιτικούς αναλυτές, όχι μόνο στη Σουηδία. Πρέπει να ολοκληρωθεί η δεκαλογία των Χουέβαλ-Βαλέ, του ζεύγους κομμουνιστών που ώθησε πολλούς Σκανδιναβούς συγγραφείς να γίνουν συγγραφείς. Να ολοκληρωθεί το έργο του Άρνε Νταλ. Υπάρχουν έτοιμες μεταφράσεις που δεν εκδόθηκαν (όπως το Είναι ο Σουηδός άνθρωπος; –η πλέον εμπεριστατωμένη ανάλυση για τη χώρα που έβαλε σε εφαρμογή το φολκχέμ, το κράτος κοινωνικής πρόνοιας και το Ο εχθρός μέσα μας του Γιαν Γκιγιού– για το πώς οι σημερινές κυβερνήσεις εφευρίσκουν τρομοκρατικά χτυπήματα κι εκεί που δεν υπάρχουν και με τον τρόπο αυτόν γεννούν τρομοκρατία). Θα ολοκλήρωνα τη σουίτα τεσσάρων μυθιστορημάτων του Σβεν Ντέλμπλανκ με τον γενικό τίτλο Οι κάτοικοι του Χέντεμπυ. Ο Ντέλμπλανκ υπήρξε ένας από τους καταπληκτικότερους συγγραφείς της Σουηδίας, κλασικός πια. Δεν μεταφράσαμε ποτέ βιβλία του μέλους της Σουηδικής Ακαδημίας Κλας Έστεργκρεν, όπως τα Τζέντλεμεν και Γκάνγκστερς. Κι άλλα πολλά. Που αξίζουν.

Έχω σχέσεις φιλίας ή απλής γνωριμίας με τους συγγραφείς. Με βοηθούν όπου χρειάζεται. Καμιά φορά βοηθάω κι εγώ επισημαίνοντας κάποια πράγματα που τους έχουν διαφύγει. Μόνο με ένα άτομο δεν κατάφερα ποτέ να συνεννοηθώ από τους συγγραφείς επειδή επικοινωνεί μέσω εκπροσώπων του. Συμβαίνουν κι αυτά. Με τον εκδότη μια χαρά τα πηγαίνω και με τις/τους υπεύθυνους ξένης λογοτεχνίας. Με τους επιμελητές, τώρα τελευταία, τα πάω μια χαρά, κι αυτό επειδή ζητώ να συνεργάζομαι με μια συγκεκριμένη επιμελήτρια. Παλιότερα υπήρχαν προβλήματα. Διόρθωναν κάτι που δεν έπρεπε και άφηναν αδιόρθωτο κάτι που έβγαζε μάτι. Είναι μια σχέση αγάπης-μίσους η σχέση μεταφραστή-επιμελητή. Χαίρομαι πολύ όμως όταν γίνεται σωστά η συνεργασία και σίγουρα είναι καλύτερο και το αποτέλεσμα.

Επίσης εδώ πρέπει να εκφράσω μια άποψή που έχω συζητήσει πολλές φορές. Θεωρώ ότι η εμμονή ορισμένων με τον Τριανταφυλλίδη, τον Μπαμπινιώτη και άλλες γραμματικές πνίγει τη γλωσσοπλαστική ικανότητα που μπορεί να διαθέτει ένας μεταφραστής. Βλέπω κάτι ισοπεδώσεις σε όμορφες προτάσεις άλλο πράγμα, ανατριχίλα σε πιάνει. Εμένα, η ομορφιά στη γλώσσα, μια πρωτότυπη λέξη εδώ, μια έκφραση παραπέρα, με συγκινούν αφάνταστα. Πρέπει να μάθουμε να δεχόμαστε το καινούργιο, εφόσον στέκει μια χαρά αλλά είναι απλώς αδόκιμο. Το μεγαλύτερο κακό θα είναι να μας αφήσει πίσω η γλώσσα. Αν δεν τολμούσα να χρησιμοποιήσω τέτοιες λέξεις, πώς θα μπορούσα να μεταφράσω την τριλογία του Γενς Λαπίντους, τα 1793 και 1794 του Νίκλας Νατ οκ Νταγκ, ή την υπέροχη γραφή του Άρνε Νταλ;

Να καταχραστώ λίγο τη φιλοξενία σας και τον χώρο στο περιοδικό σας για να πω δυο λόγια για το διαδίκτυο. Το διαδίκτυο μάς βοήθησε και μας βοηθάει. Είναι καλό εργαλείο. Πάντα με την προϋπόθεση ότι ο μεταφραστής είναι έμπειρος και ελέγχει όσα χρησιμοποιεί από την απεραντοσύνη του κυβερνοχώρου. Και ως ύστατη παρατήρηση: Ο μεταφραστής πρέπει να είναι πολύ καχύποπτος όταν μεταφράζει, ακόμη κι αν γίνεται σχολαστικός.

Αγρίνιο, Απρίλης 2021  

Share on facebook Share on twitter Share on pinterest Share on email Επιστροφή στην αρχική

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s