En man som heter Ove: Πώς να μεταφράζεται άραγε;

Όλοι οι μεταφραστές κάνουν λάθη.Είναι αλήθεια, πικρή αλήθεια αλλά έτσι είναι.
Εν πάση περιπτώσει το βιβλίο (και η ταινία αργότερα) με τον τίτλο En man som heter Owe στα αγγλικά είχε τον τίτλο A Man Called Ove, το ίδιο και η ταινία νομίζω, αν και η ταινία στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο Ο κύριος Όβε.
Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά, προφανώς από τα αγγλικά (μετφρ Βασιλική Κωστάκη), από τις εκδόσεις Πασχαλίδη με τον τίτλο Ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Οβ! 9789963258833-200-1178789

Μην ρωτήσετε αν το Οβ είναι αμερικανιά για το Οβελίξ, δεν είναι. Το όνομα είναι ΟΥΒΕ, Ούβε! Ούτε Οβ ούτε Όβε. Διότι απλούστατα είναι σκανδικανβικό, καραμπινάτο σκανδιναβικό (με μια περίπλοκη δανική καταγωγή ) και μόνον Ούβε προφέρεται. Μόνον ο Άγγλος θα το προφέρει Όβαα… Αλλά ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ Οβ.
Κι αν θέλουμε να είμαστε εντάξει με τον πρωτότυπο τίτλο μάλλον πρέπει να το μεταφράσουμε Ένας άντρας που τον λένε Ούβε ή Ένας άντρας ονόματι Ούβε. Το man στα σουηδικά μπορεί να έχει και τη σημασία “άνθρωπος” ενίοτε αλλά με πολύ μικρότερη συχνότητα από όση στα αγγλικά. Ωστόσο είναι φανερό ότι η επιλογή κι εδώ είναι από την αγγλική γλώσσα. Λογικό.

Πάντως όλοι σήμερα γνωρίζουν το Forvo όπου μπορεί κανείς να ακούσει πώς προφέρονται τα περισσότερα ονόματα των οποίων την προφορά δεν ξέρουμε.
Ψιόπράγματα θα μου πείτε. Ναι. Δεν ξέρω όμως αν κάποιος που λέγεται Γιάννης θέλει να βλέπει το όνομά του γραμμένο Γκιάννες ή γιατί όχι Γκίνες… Μετά τον κατήφορο δεν υπάρχει σταματημός…
Είναι σαν τον Γιέραν Πέρσον τον Σουηδό πρωθυπουργό, τον οποίον ο ελληνικός Τύπος, κατά πλειονότητα, τον έγραφε Γκόραν, κάνοντας τον Γιουγκοσλάβο.

 

Advertisements

Η ανοικτή επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη

 

«Σύντροφε Αλέξη, σε παραδέχομαι, γιατί είσαι μάγκας. Ο πιο μεγάλος μάγκας στην Ελλάδα από το 450 π.Χ. έως σήμερα. Γιατί κάνεις ό,τι θέλεις χωρίς να λογαριάσεις κανένα.

»Παίρνεις το προσωπικό σου αεροπλάνο, το γεμίζεις με φίλους και φίλες και πας στην Κούβα και αφήνεις τον λογαριασμό, 300.000 δολλάρια να τον πληρώσουν τα κορόιδα με τα 300 ευρώ το μήνα στην καλλίτερη περίπτωση. Κάνεις το κέφι σου.

»Μιλάς στην πλατεία της Επανάστασης όπου μιλούσε και ο Φιντέλ σαν ένας γνήσιος και σκληρός επαναστάτης. Υψώνεις το πελώριο ανάστημά σου ενάντια στον Καπιταλισμό-Ιμπεριαλισμό.

»Τρως τον αγλέορα (600 ευρώ για ένα γεύμα πληρωμένο από το Υπουργείο των Εξωτερικών, δηλαδή τα τσιράκια σου). Το διασκεδάζεις, το γλεντάς, την ώρα που τα κορόιδα οι Έλληνες κάθονται στις ουρές για σύνταξη, ΔΕΗ, τράπεζες, νοσοκομεία και προ παντός λιτότητα στη λιτότητα.

»Το παίζεις επαναστάτης κι όταν γυρίσεις, ξαναγίνεσαι αυτό που ήσουν, το παιδί που κάνει τα θελήματα της Μέρκελ, του Ομπάμα και του Γιούνγκερ που κατακεραύνωσες στην Αβάνα και πάλι σε βάρος του έξυπνου ελληνικού λαού, γιατί αυτός αποφάσισε να τον κυβερνούν άτομα χωρίς οπαδούς και φιλότιμο, που το παίζουν κυβέρνηση.

»Καλή αντάμωση στα Γουναράδικα».

 

 

Δεν μου φαίνεται για ύφος του Μίκη αυτό. Δεν έχει σημασία τι του λέει, σε άλλα έχει δίκιο και σε άλλα όχι, άλλωστε αδιαφορώ παντελώς για τον Τσίπρα αλλά σίγουρα με ενδιαφέρει ο Μίκης. Δεν μιλώ για το περιεχόμενο της επιστολής αλλά για το ύφος – δεν μου φαίνεται για δικό του ύφος (του Σταύρου θα μπορούσε να είναι, του Μίκη όχι) και εξηγούμαι: λέξεις και φράσεις όπως “μάγκας”, “πληρώνουν τα κορόιδα”, “αγλέορα”, Τσιράκια”, “τα κορόιδα οι Έλληνες”, “να τον κυβερνούν άτομα χωρίς οπαδούς και φιλότιμο” (τι να θέλει να πει άραγε ο ποιητής, αν δεν είχαν οπαδούς ποιος τους ψήφιζε;) και φυσικά η μόνιμη επωδός δεξιών για εκείνα τα περιλάλητα “γουναράδικα” (την είπε ένας ντεμέκ επαναστάτης του ΣΥΡΙΖΑ και έσπευσαν να την κάνουν παντιέρα τους, όπως με τα “κονσερβοκούτια”, εύρημα των Χιτών και των παρακρατικών της εποχής) είναι λέξεις και φράσεις που μόνο από έναν λαϊκιστή θα περίμενα να ακούσω. Τώρα αν ο Μίκης, κάτω από το βάρος των χρόνων που κουβαλά, προέβη σε τέτοιο λαϊκίστικο ξέσπασα, κακώς και κάκιστα. Επειδή όμως δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοια, θα στοιχημάτιζα ότι είναι τρολιά. Μπορεί και να έχανα το στοίχημα, αλλά δεν έχει σημασία, ο Μίκης έχει αποδείξει ότι μπορεί να γράφει σωστά και ΟΧΙ έτσι.

Idag pekas en ny potentiell Palme-mördare ut som tidigare stod nära högerextremisten Alf Enerström

Idag pekas en ny potentiell Palme-mördare ut som tidigare stod nära högerextremisten Alf Enerström

Idag pekar journalisten Jan Stocklassa (som f ö även var exekutiv producent för den aktuella filmen om Stieg Larsson – ”Mannen som lekte med elden”) ut ”Jakob Thedelin” a.k.a. David Fredin som Palmes möjlige mördare i sin nya bok ”Stieg Larssons arkiv. Nyckeln till Palmemordet” som släpps idag.
Fredin (om det nu är han som Stocklassa skriver om – i alla fall var det Fredin som Stocklassa ville diskutera med mig när vi träffades för några år sedan) tillhörde den högerextrema s k anti-68-rörelsen på 1970- och 80-talen och stod inte minst mycket nära den idag bortgångne läkaren och ”Sveriges Palme-hatare nummer ett” (tillsammans med sin fru skådespelerskan Gio Petré) Alf Enerström som han tjänade som en slags ”butler” och tidvis bodde hemma hos.
Enerström ägde Sölje herrgård i Värmland som dennes f d fru Petré fortfarande innehar samt var bosatt i en s k paradvåning på Norr Mälarstrand 24 (d v s på Kungsholmens i Stockholm motsvarighet till Strandvägen) och i samma bostad där de s k von Sydowska morden ägde rum i mars 1932, d v s där friherre Fredrik von Sydow brutalt slog ihjäl sin egen far Hjalmar von Sydow och dennes kokerska och hembiträde.
Det är då relativt vanligt inom den högerradikala miljön och i den s k nationella rörelsen i Sverige att äldre och åldrade prominenta personer och profiler håller sig med en s k ”butler” och en s k ”allt-i-allo” och en s k ”gårdskarl” av (mycket) yngre snitt som både lärs upp av denne och utför tjänster av alla de slag åt denne (såsom exempelvis att döda landets statsminister). Några av de idag avlidna svenska SS-veteranerna höll sig t ex med s k ”butlers” i form av bl a s k ”babyskins” (d v s s k prepubertala skinnskallar) som tog hand om dem in i det sista.
Tack vare närheten till Enerström så kom Fredin att ingå i den miljö av antisocialistiska officerare, nazianstuckna poliser, högerextrema underrättelseagenter och högerradikala s k ”överklassnazister” (läkare, direktörer, forskare, jurister, präster, kulturpersonligheter, adelsmän o s v) som frodades efter den s k 68-revolutionen och under Kalla krigets sista intensiva år och idag är Fredin liksom många andra som en gång i tiden tillhörde den s k anti-68-rörelsen enligt uppgift SD:are.
Stocklassas bok bygger på Stiegs efterlämnade privatarkiv som jag själv gick igenom en gång i tiden och där det finns en hel del material om Palme-mordet och Stieg själv trodde (naturligtvis) in i det sista på det högerextrema spåret. Fredin står idag nära den högerextrema f d officeren och underrättelseagenten Bertil Wedin som sedan många år tillbaka är bosatt i den turkiska delen av Cypern och som Stieg menade spelade en viktig roll bakom mordet och som också är något av nyckeln till det s k Sydafrika-spåret.
Wedin tjänstgjorde i Kongo på 1960-talet som FN-soldat och har en bakgrund i Demokratisk allians som var en regelrätt s k plantskola för den svenska anti-68-rörelsen och han var under många år något av den svenska anti-68-rörelsens egen ”agent” och stod bl a nära (apartheid-)Sydafrikas underrättelsechef Craig Williamsson och han misstänks ha varit inblandad i olika attentat mot anti-apartheid-rörelsen på 1980-talet.
ur bokens baksidestext:
”Tio år efter Milleniumförfattaren Stieg Larssons död öppnas hans arkiv för första gången. I tjugo flyttkartonger upptäcker journalisten och författaren Jan Stocklassa Stieg Larssons kartläggning av 1980-talets högerextremism och ett tidigare okänt projekt: en omfattande research av mordet på Olof Palme.
I dokument, brev, artiklar och fotografier finns nya ledtrådar. Via möten med utländska agenter och svenska mellanhänder leder spåren fram till det som varit omöjligt sedan skotten på Sveavägen för över tre decennier sedan en sannolik lösning på Palmemordet. Tack vare Stieg Larssons dokumentation kommer Jan Stocklassa en ny möjlig gärningsman på spåren, en misstänkt mördare som glidit polisen ur händerna
Stieg Larssons arkiv, som innehåller aldrig tidigare publicerade texter av Stieg Larsson, är en unik skildring av verkliga händelser.
»Vissa människor liknar det vid ett virus. Om du börjar läsa om Palmemordet är det svårt att sluta. Det hände Stieg och det hände mig. Stieg ägnade fallet arton år. Jag har ägnat det sex år och ett par tusen timmars research. Inte undra på att polisutredningen är världens mest omfattande. Till och med större än den om mordet på John F. Kennedy.» Jan Stocklassa”

Η σκοτεινή γοητεία του nordic νουάρ MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ

 

arne-ntal

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σκοτεινά τοπία, παγωμένες εκτάσεις, βαριά, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ηθικά διλήμματα, κοινωνικά ζητήματα, απεχθή εγκλήματα, ήρωες που ακροβατούν ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ρεαλιστικοί χαρακτήρες, απλή γλώσσα. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια «ποιοτική» περιγραφή του σκανδιναβικού ή nordic (για να περιλαμβάνει και τις Φινλανδία και Ισλανδία) νουάρ. Η ποσοτική απεικόνιση του είδους θα έκανε λόγο για εκατοντάδες τίτλους βιβλίων και για πωλήσεις περισσότερων από 200.000.000 αντιτύπων παγκοσμίως (80.000.000 αντίτυπα είχε πουλήσει –ώς το 2015– η τριλογία «Millennium» του Στιγκ Λάρσον, 30.000.000 τα βιβλία του Τζο Νέσμπο και 40.000.000 οι περιπέτειες του Κουρτ Βαλάντερ του Χένινγκ Μάνκελ).


Γιορν Λιρ Χορστ (Νορβηγία)

«Γονείς» του σκανδιναβικού νουάρ θα μπορούσαν να χαρακτηριστεί το ζεύγος Μαχ Σγιέβαλ και Περ Βαλέε  Μάι Χουέβαλ και Περ Βαλέ, που τις δεκαετίες του 1960 και 1970 συνέγραψαν τη δεκαλογία «Η ιστορία ενός εγκλήματος», με πρωταγωνιστή τον Σουηδό αστυνομικό Μάρτιν Μπεκ, που πούλησε 10.000.000 αντίτυπα διεθνώς και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Κάπως έτσι ξεκίνησε η μακρά παράδοση του είδους, που άρχισε να ταξιδεύει, περίπου σαν ένα παγόβουνο, από τον βορρά προς τα νοτιοανατολικά και τα νοτιοδυτικά. Τι είναι, όμως, αυτό που έκανε τα «βόρεια» crime θρίλερ τόσο δημοφιλή; Ζητήσαμε την απάντηση από συγγραφείς του είδους. «Κάποιοι από τους αναγνώστες μου», λέει ο Νορβηγός Γιορν Λιρ Χορστ, «γοητεύονται από αυτό που αποκαλούν “σκανδιναβική μελαγχολία”, τη σκοτεινιά του χειμώνα, τον ήλιο του μεσονυχτίου, και τις αχανείς εκτάσεις». Παραδέχεται, ωστόσο, ότι μεγάλο ρόλο στην εξάπλωση του nordic νουάρ διαδραμάτισαν πολλοί παράγοντες: συγγραφείς, κριτικοί, φαν αλλά και ένας μεγάλος μηχανισμός μάρκετινγκ εργάστηκαν μαζί για να δημιουργήσουν ένα διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον γι’ αυτού του είδους τη λογοτεχνία. Θεωρεί βέβαια ότι, για να γίνει ένα βιβλίο διεθνές φαινόμενο, χρειάζεται κάθε αναγνώστης να παθιαστεί μαζί του. «Για να συμβεί αυτό, η εμπειρία της ανάγνωσης πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από απλή διασκέδαση. Εδώ είναι που μεγαλουργούν οι Σκανδιναβοί συγγραφείς. Τα μυθιστορήματα κατορθώνουν να μιμούνται τη ζωή με αυθεντικότητα και κομψότητα, με γλωσσική ακρίβεια και ψυχολογικό βάθος. Μπορεί να βρίθουν ειδεχθών εγκλημάτων και έντασης, ταυτόχρονα όμως περιέχουν μια λαχτάρα για έναν χαμένο παράδεισο, για το όραμα ενός κοινωνικού κράτους το οποίο απειλείται από ισχυρές νέες δυνάμεις». Ομοίως, ο Σουηδός Άρνε Νταλ επισημαίνει ότι «ξέρουν όλοι για το κράτος υγείας, τη Σοσιαλδημοκρατία, μια ιδανική, λειτουργική κοινωνία, έναν παράδεισο κατά κάποιον τρόπο ή κάτι που του μοιάζει. Και είναι πολύ ενδιαφέρον όταν βλέπουν ότι εκεί τελικά δεν είναι παράδεισος, γιατί το κράτος πρόνοιας καταρρέει και η παγκοσμιοποίηση έχει έρθει».


Μάλιν Πέρσον Τζιολίτο (Σουηδία)

«Μόλις διασαλευθεί η τάξη μπορούν να συμβούν συναρπαστικά πράγματα», λέει ο Σουηδός Γιενς Λαπίντους. «Από τη στιγμή που οι ιστορίες μυστηρίου χτίζονται στις συγκρούσεις και στις αντιθέσεις, είναι συχνά πολύ αποτελεσματικό να τοποθετεί κανείς ιστορίες φρικτών εγκλημάτων σε φαινομενικά ειδυλλιακές τοποθεσίες», υπογραμμίζει και η Σουηδή συγγραφέας Μάλιν Πέρσον Τζιολίτο.

Γλώσσα, ήρωες, περιβάλλον

Τα πιο δυνατά στοιχεία των βιβλίων, σύμφωνα με τον Γιορν Λιρ Χορστ είναι τρία: η γλώσσα, οι ήρωες και το περιβάλλον. «Η δομή των βιβλίων του είδους απαιτεί ένα απλό, ευθύ στυλ γραφής. Στα σκανδιναβικά αστυνομικά μυθιστορήματα όμως η χρήση της γλώσσας ποικίλλει και είναι λιγότερο προβλέψιμη», εξηγεί. Οσο για τους ήρωες και τις ηρωίδες, «διακρίνονται για την αποφασιστικότητά τους και την ανυπακοή στην εξουσία» τονίζει, ενώ «η ακεραιότητα και η αίσθηση δικαιοσύνης που επιδεικνύουν, σε συνδυασμό με τις ανθρώπινες αδυναμίες τους τους κάνουν ανθρώπους με τους οποίους οι αναγνώστες μπορούν να ταυτιστούν και θέλουν να τους δουν να τα καταφέρνουν».

Από τον κόσμο του Καμιλιέρι στον σκοτεινό κόσμο του Μάνκελ


Βίβεκα Στεν (Σουηδία)

Τη σημασία του περιβάλλοντος και του σκηνικού εντοπίζει ως ατού της σκανδιναβικής νουάρ λογοτεχνίας και ο συγγραφέας Στέφαν Ανχεμ: «Είναι η αντίθεση ανάμεσα στην καθαρή, ισότιμη και φιλική πρόσοψη από τη μια και στη δύσοσμη αλήθεια που κρύβεται πίσω απ’ όλα». Ο Τόμας Ενγκστρομ θεωρεί ότι η σκανδιναβική λογοτεχνία διαθέτει ωριμότητα και την παρομοιάζει με το δυνατό και υγιές σκανδιναβικό… φαγητό. Μέρος της επιτυχίας το πιστώνει στη δεξιοτεχνία των συγγραφέων: «Στη γενέτειρά μου, τη Σουηδία, οι συγγραφείς προσεγγίζουν τη δουλειά τους αργά και προσεκτικά, σαν να κατασκευάζουν μια βάρκα. Χρειάζεται χρόνος για να γράψει κανείς ένα καλό βιβλίο και, για είμαστε ειλικρινείς, για μεγάλες περιόδους του έτους, το μόνο που έχουμε είναι χρόνος. Αυτό σκληραίνει την ψυχή, ακονίζει το μυαλό και προστάζει προσοχή στη λεπτομέρεια. Ή, τουλάχιστον, ο κρύος χειμώνας και οι μικρές σκοτεινές μέρες σε κάνουν να βαριέσαι τόσο που το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κάτσεις να γράψεις μια καλή ιστορία, για να περάσεις την ώρα σου».

Εγγενής ρεαλισμός

Η Ισλανδή Ιρσα Σιγκουρδαρντότιρ εκτιμά ότι «ο εγγενής ρεαλισμός που είναι χαρακτηριστικό της σκανδιναβικής κουλτούρας ταιριάζει καλά στο αστυνομικό είδος… Ο καταθλιπτικός, αλκοολικός αστυνομικός επίσης είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της σκανδιναβικής λογοτεχνίας, που παραδοσιακά συμπαθεί ό,τι είναι καταθλιπτικό. Τέλος, στις βόρειες χώρες μάς αρέσει να περνάμε την ώρα μας σκεπτόμενοι κοινωνικά ζητήματα. Προσθέτοντας κοινωνικά σχόλια στην πλοκή κάνει κάποιος τα μυθιστορήματα πιο ικανοποιητικά».

Φυσικά, δεν είναι όλα τα στυλ γραφής, τα θέματα και η προσέγγιση της ιστορίας ίδια. Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σε Σουηδούς, Νορβηγούς, Ισλανδούς, Δανούς, Φινλανδούς συγγραφείς. «Θεωρώ ότι το σουηδικό crime fiction είναι συχνά πιο πολιτικό, το δανέζικο είναι πιο σκληρό, το νορβηγικό πιο φιλοσοφημένο και το φινλανδικό πιο σκοτεινό», λέει η Σουηδή Βίβεκα Στεν. Σχετικά με το ισλανδικό, η Ιρσα Σιγκουρδαρντότιρ διακρίνει ως μόνη διαφορά από τα υπόλοιπα ότι «δεν υπάρχει οργανωμένο έγκλημα στα ισλανδικά αστυνομικά μυθιστορήματα… Ετσι στρέφονται περισσότερο προς τον ψυχολογικό παράγοντα, δηλαδή φυσιολογικοί άνθρωποι που κάνουν άσχημα πράγματα για ιδιοτελείς σκοπούς».


Τόμας Ενγκστρομ (Σουηδία)

Η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη έχει μεταφράσει στα ελληνικά τα βιβλία του «σταρ» Τζο Νέσμπο, μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί «συνυπεύθυνη» για τη δημοφιλία του είδους και μεταξύ των Ελλήνων αναγνωστών. «Θυμάμαι τα πρώτα διεθνή, δειλά βήματα του nordic νουάρ την εποχή του Χένινγκ Μάνκελ, γύρω στο 1998. Νομίζω ότι αυτό που είχε ενθουσιάσει τους αναγνώστες τότε ήταν η σκοτεινή ατμόσφαιρα των βιβλίων του, που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με τον κόσμο του Καμιλιέρι, ας πούμε, που τότε μεσουρανούσε, ή των Αμερικανών συγγραφέων: ενώ οι πρωταγωνιστές όλων αυτών έχουν το κοινό ελάττωμα της απουσίας ορίων, ροπή στο αλκοόλ, στα ναρκωτικά, στο φαγητό, στη βία, οι βόρειοι δεν είχαν το ηθικό αυτομαστίγωμα των Αμερικανών ούτε την ανθρώπινη ζεστασιά των μεσογειακών. Τους είχαν καταπιεί, μεν, τα ελαττώματά τους, καθιστώντας τους συνεπώς συμπαθείς, αλλά ούτε απαξίωναν εαυτόν κατά τον τρόπο των Αμερικανών συναδέλφων τους, που δεν μπορούσαν να χωνέψουν το πώς κατάντησαν έτσι όπως κατάντησαν, ούτε το έριχναν έξω μια μέρα με λιακάδα για να ξεχάσουν. Αντιθέτως, είχαν αποδεχθεί πλήρως την ανθρώπινη αδυναμία τους αλλά και τη μικρότητα του ανθρώπου μπροστά στην επιβλητική φύση του βορρά. Είχαν “ρουφήξει” μέσα τους το σκοτάδι του βορρά, σα να λέμε».


 Γιενς Λαπίντους (Σουηδία)

Από τα χέρια του Γρηγόρη Κονδύλη έχουν περάσει βιβλία του Αρντε Νταλ, του Τόμας Ενγστρομ, της Καμίλα Λάκμπεργκ. Η εμπειρία του λέει ότι το σκανδιναβικό νουάρ στην Ελλάδα «ξεκινάει λίγο ώς πολύ με την έκδοση της τριλογίας “Millennium” του Στιγκ Λάρσον. Η έκδοση του “Κοριτσιού με το τατουάζ” θύμιζε κάτι από σπάσιμο φράγματος». Μεταξύ των στοιχείων που συνέβαλαν στην επιτυχία του είδους συγκαταλέγει το ότι οι συγγραφείς «είναι επηρεασμένοι από τις παραδόσεις τους, τα έπη των Ισλανδών, τη σάγκα, τη βία και το αίμα, αλλά και ο πέπλος μυστηρίου που τυλίγει σχεδόν όλ’ αυτά, ενισχύουν την ένταση της γραφής τους. Αλλά και ο τρόπος με τον οποίον ανατέμνουν τον κοινωνικό, πολιτικό ιστό, η στάση απέναντι στα πολλαπλά σημερινά προβλήματα του ενός και των πολλών είναι βασικά στοιχεία της επιτυχίας του σκανδιναβικού νουάρ». Η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη θα προσθέσει και τη «στακάτη και γρήγορη αφήγηση που προσιδιάζει με τις τηλεοπτικές σειρές που βλέπουμε όλοι με τόση μανία στις οθόνες μας. Νομίζω ότι οι βόρειοι έχουν πιάσει τον παλμό της εποχής: σκοτεινά πλοκάμια εξουσίας, πρώην ευυπόληπτοι πολίτες που αποδεικνύονται οι χειρότεροι απατεώνες, μια απαξίωση της δυνατότητας του ανθρώπου να κάνει το καλό, θρίαμβοι που δεν είναι θρίαμβοι».

Γιώργος Νταλάρας: «Ο κόσμος πια έχει φτάσει στα κάγκελα»

 

 

Εμυ Ντούρου

Σε λίγες ηµέρες ο Γιώργος Νταλάρας συναντά στο Ηρώδειο τη Συµφωνική Ορχήστρα της Σµύρνης, για να επαναλάβει τη συναυλία που έδωσε πριν από έναν χρόνο στο Μέγαρο Πολιτισµού Ahmed Adnan Saygun της Σµύρνης µε τραγούδια Ελλήνων συνθετών και µπαλάντες της Μεσογείου, παραδοσιακά τραγούδια καθώς και τραγούδια από τη «Μικρά Ασία» του Απόστολου Καλδάρα, µια από τις κορυφαίες στιγµές της ελληνικής δισκογραφίας.

Η συνοµιλία µας είναι τηλεφωνική, µία ηµέρα µετά τη συναυλία που έδωσε στον Βόλο, στο πλαίσιο της φετινής περιοδείας του.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας µε τη Συµφωνική Ορχήστρα της Σµύρνης µε την οποία θα εµφανιστείτε στο Ηρώδειο;

Ο ∆ήµος Νέας Σµύρνης, που όπως ξέρετε είναι προσφυγούπολη, ήρθε πριν από κάποιο καιρό σε επαφή µε τους ανθρώπους του ∆ήµου Σµύρνης, της εκεί νοµαρχίας και της περιφέρειας και καταφέραµε µε τη βοήθεια της Ελληνίδας προξένου να κλείσουµε το µέγαρο πολιτισµού της πόλης. Εκεί έπαιξε η κρατική ορχήστρα της Σµύρνης, µια πολύ ξεχωριστή συµφωνική ορχήστρα. Συµµετείχε επίσης ο µαέστρος Χακάν Σενσόι, ένας άνθρωπος µε τον οποίο έχουµε συνεργαστεί επανειληµµένως στις κλασικές ορχήστρες της Κωνσταντινούπολης, όπου ζει. Κατέβηκε λοιπόν στη Σµύρνη, όπου βρήκε µια πολύ δραστήρια και έτοιµη ορχήστρα. Έτσι σε πολύ λίγες ηµέρες είχαµε φέρει σε πέρας το σχέδιο αυτό και είχαµε µια πολύ συγκινητική βραδιά στη Σµύρνη, κατά την οποία συζητήσαµε µε τους ίδιους φορείς να µεταφέρουµε αυτήν τη συναυλία στο Ηρώδειο. Η µουσική είναι καλός τρόπος να µείνεις σε επικοινωνία µε τους γύρω σου. Για µένα έχει µεγάλη σηµασία πέρα από το καλλιτεχνικό µέρος και το συναισθηµατικό, γιατί η οικογένειά µου ήρθε από τη Σµύρνη.

Σε λίγες ηµέρες θα παίξετε και µε την Εστουδιαντίνα στο ΚΠΙΣΝ τραγούδια της ξενιτιάς και της µετανάστευσης.

Ναι, θα παίξουµε µε τη συµµετοχή του Τάσου Νούσια, της Ρίας Ελληνίδου και του καταπληκτικού τραγουδοποιού Θοδωρή Κοτονιά. Πρόκειται για µια θεµατική συναυλία που κάνουµε κατά καιρούς και έχει θέµα τη µετανάστευση. Πιστεύω ότι µέσα από τη µουσική και τα τραγούδια πέφτουν λίγο οι εντάσεις απέναντι στους ανθρώπους που έρχονται στη χώρα µας διωγµένοι από τις εστίες τους είτε λόγω πολέµου είτε για άλλους λόγους και προσπαθούν να χτίσουν µια καινούργια ζωή. Αλλωστε και εµείς είµαστε έθνος προσφύγων στην ουσία, ένας λαός κυνηγηµένος, και πολλές φορές βρήκαµε κατανόηση και αγκαλιά εκεί που δεν το περιµέναµε.

Παρότι, όπως λέτε, είµαστε έθνος προσφύγων, παρατηρείται τα τελευταία χρόνια µεγάλη άνοδος της ακροδεξιάς.

Με απογοητεύει αυτό το γεγονός. ∆ιαβάζοντας ωστόσο ιστορία παρατηρεί κανείς ότι η ακροδεξιά φυτρώνει όπου υπάρχει κοινωνικό έλλειµµα, όπου ενδεχοµένως υπάρχει αναλγησία από το κράτος. Βέβαια, εµείς βρισκόµαστε σε µακροχρόνια κρίση, που κρατάει σχεδόν δέκα χρόνια πλέον – ξεπέρασε σε διάρκεια και την επταετία της χούντας. Σε αυτή την κρίση διαρκείας όπου υπάρχει οικονοµικό πρόβληµα ξεπετάγονται σαν τα φρούτα αυτές οι ιδιοσυγκρασίες, οι οποίες βρίσκουν αδαείς ή απελπισµένους ανθρώπους, κολλάνε δίπλα τους σαν τα τσιµπούρια και τους µεταδίδουν δηλητηριασµένες αντιλήψεις και απόψεις για τη ζωή, την κοινωνία, το µέλλον κ.λπ. Στην Ελλάδα, που είναι µια χώρα όπου οι έννοιες της αλληλεγγύης και της φιλοξενίας είναι ισχυρές, δεν θα έπρεπε να παρατηρούνται τέτοια φαινόµενα. Ο ναζισµός δεν είναι πολιτική ιδεολογία, είναι ασθένεια σοβαρή και ο νεοναζισµός αποτελεί κλινική περίπτωση. Αυτά για την Ελλάδα είναι τουλάχιστον ντροπή, αλλά όλα έχουν τον λόγο τους.

Ποιος είναι αυτός;

Υπάρχει αναλγησία εδώ και δεκαετίες, όχι από µία µόνο κυβέρνηση. Παρατηρείται έλλειµµα δηµοκρατίας, ρεβανσισµός, υπάρχουν προβλήµατα τα οποία δεν λύνονται. Αναδεικνύεται το εγωιστικό µας κοµµάτι παρά το συλλογικό. Με αυτό τον τρόπο γινόµαστε κάτι που δεν θέλουµε και µετά βλέπουµε τον εαυτό µας στον καθρέφτη και δεν µπορούµε να τον αναγνωρίσουµε. Ο κόσµος γύρω µας αλλάζει, επικοινωνεί σε υψηλές ταχύτητες, δεν µπορούµε εµείς να µένουµε πίσω. Για έναν περίεργο λόγο επιλέγουµε την εσωστρέφεια και κάθε τόσο αναγνωρίζουµε έναν εχθρό απέναντί µας, µε τον οποίο αρνούµαστε έστω να συζητήσουµε. Ως αποτέλεσµα δηµιουργούµε µεγάλες εντάσεις οι οποίες καταλήγουν καταστροφικές.

Παρ’ όλα αυτά, τις τελευταίες ηµέρες είδαµε ότι και στη Σουηδία, που αποτελεί πρότυπο κράτος πρόνοιας, η ακροδεξιά αναδείχθηκε δεύτερη δύναµη στις εθνικές εκλογές. ∆εν είναι τροµακτικό;

Ναι, είναι. Όσο τροµακτικό είναι όταν συµβαίνει και στη Γαλλία, τη χώρα της Παρισινής Κοµµούνας. Φαντάζουν απίστευτα αυτά που συµβαίνουν. Ωστόσο πρέπει να δούµε για ποιον λόγο συµβαίνει αυτό. Είναι ένα αποτυχηµένο κοµµάτι του µετα-καπιταλισµού κατά το οποίο τα πάντα έφυγαν από το αξιακό σύστηµα που είχαµε και πέρασαν στο τραπεζικό και το οικονοµικό. Αυτά θα βλέπουµε µπροστά µας συνεχώς όσο οι πολιτικοί µας, κόµµατα και οµάδες, αλλά και οι συνδικαλιστές θα έχουν για θεό τους το κέρδος και το χρήµα. Θεωρώ ότι βρισκόµαστε σε πολύ ιδιαίτερη στιγµή. Από τη µια έχουµε την τεχνολογία να τρέχει κι από την άλλη υπάρχουν πράγµατα που θα έπρεπε να αλλάξουν αλλά δεν αλλάζουν.

Τι πιστεύετε ότι θα έπρεπε να αλλάξει στην ελληνική κοινωνία;

∆εν ξέρω αν έχει και τόσο νόηµα να µιλήσουµε µόνο για την ελληνική κοινωνία. Βέβαια οι κοινωνίες µας είναι αυτό που µας αφορά γιατί είναι το σπίτι µας, τα παιδιά µας, είναι η οικογένειά µας. Αυτό όµως, όπως είπατε κι εσείς πριν, συµβαίνει παντού. Και στις κοινωνίες όπου έχει εµπεδωθεί το ψέµα ο απλός πολίτης δεν αντέχει άλλο. Προκειµένου να βρει µια διέξοδο θα στραφεί οπουδήποτε, θα στραφεί στο έµβληµα. ∆εν τον νοιάζει ποιος κρύβεται από πίσω, θέλει απλώς να βγάλει το πάθος του, διότι νιώθει πως τον κοροϊδεύουν όλοι. Οτι τον κοροϊδεύει το αξιακό του σύστηµα, η κυβέρνησή του. Ο κόσµος πια έχει φτάσει σε αυτό που γηπεδικά θα λέγαµε «στα κάγκελα». Το θέµα είναι οι υπεύθυνοι και συνετοί άνθρωποι να µη χάσουν την αγάπη τους για τον κόσµο, για τη ζωή και το µέλλον – αυτό έχει σηµασία. Αν καταφέρουµε αυτό, θα έχουµε κάποιο δρόµο µπροστά µας. Και δεν υπάρχει άλλος δρόµος πέρα από τη δηµοκρατία.

Ποιους ανθρώπους θεωρείτε µεγάλους δασκάλους σας;

Εγώ µπήκα πολύ µικρός σε αυτήν τη δουλειά. Οι άνθρωποι που µε βοήθησαν άµεσα είναι πέντε. Χρονικά θα τους πω: ο Απόστολος Καλδάρας, ο Μάνος Λοΐζος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Σταύρος Κουγιουµτζής και ο Μάνος Ελευθερίου. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν δάσκαλοί µου και οικογένειά µου. Οµως δεν µπορώ να µη σας πω ότι θεωρώ δασκάλους µου και τον Βασίλη Τσιτσάνη αλλά και τον Μίκη Θεοδωράκη.

Πιστεύετε ότι οι συνθέτες και οι στιχουργοί είχαν ποτέ την αναγνώριση και τις οικονοµικές απολαβές που θα έπρεπε;

Καθόλου.

Για ποιον λόγο;

Καταρχάς δεν έχουµε νοµικό πλαίσιο που να προστατεύει την πνευµατική ιδιοκτησία. Και νοµίζω ότι θα χρειαστούµε χρόνο γι’ αυτό. Τώρα έχουµε και αυτό το παράδοξο που για πρώτη φορά µια κυβέρνηση στρέφεται εναντίον του µορφώµατος που λεγόταν Ανώνυµη Εταιρεία Πνευµατικής Ιδιοκτησίας, που και µόνο από το όνοµα ήταν παράνοµη. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η διαδικασία κράτησε από το 1928-30 µέχρι τις ηµέρες µας, σχεδόν ογδόντα χρόνια. Ευτυχώς κάποιοι σήµερα έδειξαν τον δρόµο και πήρε και η ∆ικαιοσύνη τον δικό της χώρο και χρόνο κι ελπίζω να ξεκαθαρίσουν τα πράγµατα. Τώρα όµως χρειάζεται ενότητα, πράγµα που δύσκολα βρίσκεται. ∆εν µπορείς να πας σε ένα ζαχαροπλαστείο να την αγοράσεις. Η Ελλάδα δεν το πάει καλά, έχει διχαστικές αντιλήψεις, πέφτει στο ίδιο παράπτωµα συνεχώς. Είτε για λόγους πολιτικούς είτε για λόγους ρεβανσιστικούς ή µισαλλοδοξίας.

Από την περίοδο που το ελληνικό τραγούδι ονοµάστηκε έντεχνο, µε την παρέµβαση του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Ξαρχάκου, του Μαρκόπουλου, του Κουγιουµτζή, του Σπανού, όλων αυτών των σπουδαίων συνθετών, είχαµε µια αναγέννηση. Το έργο των ανθρώπων αυτών ευτυχώς αναγνωρίστηκε, αλλά είχαν από πίσω αυτό το ύπουλο µόρφωµα, την ΑΕΠΙ, που έδινε τα χρήµατα µε έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Έπαιρνε πέντε δέκα ανθρώπους γνωστούς, τους έδινε προκαταβολές και άφηνε όλες τις άλλες χιλιάδες ανθρώπων να περιµένουν. Αυτό είναι –το λιγότερο– έγκληµα. Κι αν µε ρωτάτε τι έγινε µε τους ανθρώπους τους δικούς µας, ο Σταύρος Κουγιουµτζής και ο Μάνος Ελευθερίου ή ο Νίκος Γκάτσος που έχουν πραγµατικά γράψει και έχουν δουλέψει για τον ελληνικό πολιτισµό έχουν πάρει ψίχουλα ενώ θα µπορούσαν να ζουν αξιοπρεπώς και να βρίσκονται κοντά µας παράγοντας τέχνη.

Γράφετε κι εσείς τραγούδια αλλά δεν τα κυκλοφορείτε. Γιατί;

Όλοι οι µουσικοί γράφουν τραγούδια. Πιστεύω όµως ότι αυτά που γράφω δεν είναι τόσο σηµαντικά σε σχέση µε αυτά που έχω τραγουδήσει. Κι επειδή έχω πει τα ωραιότερα τραγούδια του Σταύρου Κουγιουµτζή, κάποια σηµαντικά του Μίκη Θεοδωράκη, του Ξαρχάκου, του Σπανού, του Μαρκόπουλου, δεν µπορώ να παραβγώ µε τις ηχογραφήσεις των τραγουδιών που έχω. Ίσως κάποια στιγµή το κάνω, µέχρι τώρα δεν είχα ποτέ αυτό το µεράκι.

Λέγεται για εσάς ότι είστε εξαιρετικός επαγγελµατίας αλλά ταυτόχρονα αυστηρός άνθρωπος. Ισχύει;

Τι είναι ο επαγγελµατίας άραγε; Αν επαγγελµατισµός είναι να σέβεσαι τον κόσµο, τον εαυτό σου, τη δουλειά σου, τους συνεργάτες σου και να έχεις και κάποια µορφή αξιών, ναι. Τότε θα έλεγα ότι είµαι επαγγελµατίας. Έχω ωστόσο την εντύπωση ότι ο µουσικός δεν µπορεί ποτέ να είναι επαγγελµατίας, ο µουσικός παραµένει ερασιτέχνης. Είµαι πολύ περισσότερο αυτής της λογικής. Ξέρω ότι η διαδροµή µου ήταν µεγάλη, λαµπερή κ.λπ. Έχει ενοχλήσει και πάρα πολλούς, αλλά δεν είναι εκεί το πρόβληµα. Πιστεύω σε µια ευγενική κοινωνία η οποία βρίσκεται µόνο στις ψυχές µας, στα όνειρά µας. Η καλλιτεχνία, η ιατρική, ο αθλητισµός και η πολιτική δεν θα έπρεπε να γίνονται επαγγέλµατα.

Είπατε πριν ότι η διαδροµή σας έχει ενοχλήσει κάποιους και η αλήθεια είναι ότι εδώ και χρόνια υπάρχει κι ένα αντι-νταλαρικό κύµα.

Και πολύ καλά κάνει και υπάρχει. Αλίµονο. Αλλιώς θα ήταν όλα µονόδροµος και βαρετά.

Πιστεύετε ότι σε αυτό έχει παίξει ρόλο και ο τρόπος που εσείς χειριστήκατε καταστάσεις; Οπως για παράδειγµα οι δικαστικές σας διαµάχες µε τον Μανώλη Ρασούλη και τον Τζίµη Πανούση;

Κοιτάξτε, τώρα ανοίγετε ένα θέµα πολύ σοβαρό και νοµίζω ότι ξεφύγαµε λιγάκι. Και δεν είναι και της παρούσης, γιατί αυτά έχουν απαντηθεί. ∆εν νοµίζω ότι πρέπει να κάνουµε αυτήν τη συζήτηση σε αυτό το σηµείο, µε αφορµή τη συναυλία. Μπορούµε κάποια άλλη στιγµή να κάνουµε µια γενικότερη κουβέντα αν θέλετε.

From the tv series West Wing

Season 2 finale: President Bartlet speaks Latin

“Gratias tibi ago, domine. Haec credam a deo pio? A deo iusto, a deo scito? Cruciatus in crucem. Tuus in terra servus, nuntius fui. Officium perfeci. Cruciatus in crucem. Eas in crucem!”
“I give thanks to you, O Lord. Am I really to believe that these are the acts of a loving God? A just God? A wise God? To hell with your punishments. I was your servant here on Earth. And I spread your word and I did your work. To hell with your punishments. To hell with you!”

 

(Literally, “eas in crucem” translates to “may you go to a cross”)

I Have a Rendezvous with Death

Alan Seeger, 18881916

I have a rendezvous with Death   
At some disputed barricade,   
When Spring comes back with rustling shade   
And apple-blossoms fill the air—   
I have a rendezvous with Death
When Spring brings back blue days and fair.   
   
It may be he shall take my hand   
And lead me into his dark land   
And close my eyes and quench my breath—   
It may be I shall pass him still.
I have a rendezvous with Death   
On some scarred slope of battered hill,   
When Spring comes round again this year   
And the first meadow-flowers appear.   
   
God knows 'twere better to be deep 
Pillowed in silk and scented down,   
Where love throbs out in blissful sleep,   
Pulse nigh to pulse, and breath to breath,   
Where hushed awakenings are dear...   
But I've a rendezvous with Death
At midnight in some flaming town,   
When Spring trips north again this year,   
And I to my pledged word am true,