Χαίρομαι ιδιαίτερα για όσα διάβασα για τον παλιό φίλο και σύντροφο Βαγγέλη Παπαδόπουλο. Ως εκ τούτου, τα παραθέτω.

Βαγγέλης Παπαδόπουλος, ο σκηνοθέτης σε μια νέα δημιουργική περιπέτεια !


Ο σκηνοθέτης του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, σε μια νέα δημιουργική περιπέτεια στον χώρο της ζωγραφικής, προετοιμάζεται για την 6η έκθεσή του στο Παρίσι, στις 23-29 Νοεμβρίου 2019. Με αφορμή τη συγκεκριμένη έκθεση, ο Βαγγέλης Παπαδόπουλος, σε μια εκ βαθέων συνέντευξή του στους New Times, μιλάει για την εποχή που τα γυρίσματα ντοκιμαντέρ στη δημόσια τηλεόραση γίνονταν σε νεγκατίφ και το μοντάζ στη μουβιόλα… Θυμάται τα πρώτα βήματα της ιδιωτικής τηλεόρασης, επί Έβερτ, τη θητεία του στη δημόσια τηλεόραση και σε διάφορα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια και το σημείο-σταθμό της καριέρας του, τη συνεργασία του με τον Παντελή Βούλγαρη στην ταινία «Ακροπόλ».

Όπως τα διηγήθηκε στο φίλο του Σπύρο Κτενά

Η σκηνοθεσία αποτελεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της δουλειάς του και είναι βέβαια ο πυρήνας της. Δηλώνει πάντα σκηνοθέτης-ζωγράφος, ασχέτως αν τα τελευταία χρόνια δεν έχει σκηνοθετήσει. Αλλά οι σκηνοθέτες περνούν διαστήματα πολύ μεγάλα χωρίς να κάνουν κάτι.

Όλα ξεκινούν από τις σπουδές, βασικό στοιχείο της μετέπειτα πορείας του. Σπούδασε στο Ανώτατο Ινστιτούτο Θεατρικής Παιδείας – Τμήμα Σκηνοθεσίας, Κινηματογράφου και Τηλεόρασης «Κρίστιο Σαράφοφ» στη Σόφια της Βουλγαρίας. Για την Ιστορία, ο Κρίστιο Σαράφοφ ήταν ένας σπουδαίος Βούλγαρος ηθοποιός-σκηνοθέτης, από αυτόν πήρε το όνομά του το Ινστιτούτο. Εκεί έκανε σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης. Στη Σόφια πήγε το 1981 και τελείωσε το 1985, ενάμιση χρόνο νωρίτερα αφού τα 2,5 τελευταία πανεπιστημιακά έτη τα πήρε σε ένα έτος. Τελείωσε τις σπουδές του με «άριστα» και στη συνέχεια γύρισε στην Ελλάδα.

 Η πρώτη του ενασχόληση είναι στην ΕΡΤ, όπου εργάζεται με σύμβαση στο κινηματογραφικό τμήμα της – τότε η ΕΡΤ είχε κινηματογραφικό τμήμα! «Τότε τα ντοκιμαντέρ γίνονταν με νεγκατίφ και το μοντάζ σε μουβιόλες» λέει χαρακτηριστικά. Το 1985 η κατάσταση με τα βίντεο ήταν πρωτόγονη. Στην ουσία τότε ξεκινούσαν. Το πρώτο του ντοκιμαντέρ είχε τίτλο «Στο Βόρειο Αιγαίο» και αφορούσε την ανάπτυξη των νησιών της περιοχής. Μια φιλόδοξη παραγωγή με γυρίσματα από ελικόπτερα, πλοία, η οποία επειδή ακριβώς ήταν σε νεγκατίφ τραβούσε σε μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να εμφανιστεί, να μονταριστεί. Στη συνέχεια το καλοκαίρι του 1986 εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη σε κάποιες καθημερινές εκπομπές της ΕΡΤ.

 

Στην ιδιωτική τηλεόραση

Πριν από την έναρξη της ιδιωτικής τηλεόρασης, ο Βαγγέλης Παπαδόπουλος είχε μια ενδιαφέρουσα εμπειρία. Δήμαρχος Αθήνας ήταν τότε ο Μιλτιάδης Έβερτ. Ο ίδιος είχε προσπαθήσει να σπάσει το μονοπώλιο της κρατικής τηλεόρασης και είχε φτιάξει μια κασέτα η οποία πουλιόταν στα περίπτερα. Σε αυτή υπήρχαν ειδήσεις, talk show, o Λαζόπουλος έκανε κάποια χιουμοριστικά, είχε δημοσιογραφικές αποστολές, έρευνες… Ήταν μια βιντεοκασέτα που διαρκούσε περίπου μιάμιση ώρα. Αυτό που κάποιος δεν έβλεπε στην ΕΡΤ, το έβλεπε αγοράζοντας αυτή τη βιντεοκασέτα. Σε αυτή την παραγωγή της βιντεοκασέτας εργάστηκε ως σκηνοθέτης. «Τα γυρίσματα γίνονταν στο studio ATA στα Μελίσσια και ήταν άπαντες εκεί. Όλοι οι δημοσιογράφοι, όλοι οι ηθοποιοί, οι οποίοι στη συνέχεια κυριάρχησαν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, παρέλασαν από εκεί. Για ένα χρόνο περίπου κυκλοφόρησαν περίπου δέκα κασέτες. Όσο και αν ακούγεται παράξενο, έτσι ξεκίνησε το σπάσιμο του μονοπωλίου της κρατικής τηλεόρασης», τονίζει αναπολώντας εκείνη την εποχή που «γεννιόταν» η ιδιωτική τηλεόραση. Στην αρχή βεβαίως το κανάλι αυτό είχε μια άνοδο. Καταλάβαινε όμως κανείς ότι ήταν αδύνατο να πολεμήσεις τη δημόσια τηλεόραση με μια κασέτα το μήνα, όσο καλό και αν ήταν αυτό το προϊόν που προβαλλόταν.

Στη συνέχεια επί περίπου ένα χρόνο είναι σκηνοθέτης στην πρώτη και μοναδική εβδομαδιαία εκπομπή τέχνης – καθημερινής αλλά και υψηλής τέχνης – που έκανε ο Antenna και λεγόταν «Με στυλ και φαντασία». Ήταν η εποχή που μόλις είχε ξεκινήσει η ιδιωτική τηλεόραση. Ακολούθησε ο Σκάι, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του ως σκηνοθέτης στο κινηματογραφικό και ερευνητικό κομμάτι (όχι αυτό του studio) των εκπομπών του Γιώργου Τράγκα, το «Χωρίς Αναισθητικό». Tostudio δεν τον ενδιέφερε ποτέ. Αυτό που πάντα τον συγκινούσε ήταν η κινηματογραφική σκηνοθεσία.

 «Δεσμοί»

Η αλήθεια είναι ότι αναζητούσε πάντα κάτι διαφορετικό. Αυτό τον οδήγησε στη θέση του διοικητικού διευθυντή του Κέντρου Έρευνας Αρχαίου Ελληνικού Δράματος με την Ασπασία Παπαθανασίου και τον Κώστα Γεωργουσόπουλο. Οι «Δεσμοί», όπου παραμένει μέχρι σήμερα μέλος, ήταν μια εξαιρετικά σπουδαία πρωτοβουλία που έφερνε τη φλόγα της Ασπασίας Παπαθανασίου και του άντρα της, του Κώστα Μαυρομάτη. Πρόεδρος ήταν ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ήταν ο Νικήτας Τσακίρογλου, ο Μάνος Ποντικάκης… «Έγινε σπουδαία δουλειά στους Δεσμούς, εκεί στο τετραώροφο κτίριο στο Παγκράτι. Γίνονταν εκπληκτικά μαθήματα, σεμινάρια πάνω στο αρχαίο ελληνικό δράμα, στο χορό του αρχαίου ελληνικού δράματος. Έρχονταν καθηγητές από όλον τον κόσμο. Τότε διοργανώθηκε ένα εκπληκτικό πανευρωπαϊκό συνέδριο στο Διδυμότειχο, σε συνεργασία με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, για το χορό του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ήταν μια σπουδαία δημιουργική περίοδος για όλους τους συντελεστές», θυμάται ο Βαγγέλης Παπαδόπουλος. Για τον ίδιο βέβαια αυτή η δραστηριότητα δεν είχε να κάνει με τον κινηματογράφο, ήταν μια οργανωτική προσπάθεια, γεγονός το οποίο όμως στη συνέχεια τον βοήθησε σε άλλα πράγματα.

Η συνάντηση με τον Παντελή Βούλγαρη

Με τον Παντελή Βούλγαρη είχαν γνωριστεί από παλιά. Εκείνη την περίοδο όμως «του μπήκε η ιδέα να κάνει την ταινία Ακροπόλ”. Αυτή ήταν πρώτη επαγγελματική μας συνάντηση. Μου έκανε μια πρόταση να πάω πρώτος βοηθός στην ταινία. Με τον Παντελή αφιερώσαμε τρειήμισι χρόνια για την ολοκλήρωση της ταινίας, που βγήκε το 1995. Αυτή ήταν η πιο δημιουργική περίοδος για μένα», λέει ο ίδιος μιλώντας με έναν σχεδόν εφηβικό ενθουσιασμό. «Η ταινία ήταν τεραστίων απαιτήσεων. Πάνω από το 80% γυρίστηκε στη Βουλγαρία. Στην Ελλάδα έγιναν κάποια συμπληρωματικά γυρίσματα. Εκεί γνωρίστηκα με πάρα πολύ κόσμο, με ανθρώπους που τους σκέφτομαι και νιώθω ότι δεν υπάρχουν πια. Δεν υπάρχει ένας Ντίνος Κατσουρίδης. Γνώρισα τον Διονύση τον Φωτόπουλο, την Ιουλία Σταυρίδου, συνεργάτες άλλους, ηθοποιούς. Ήταν ένα τεράστιο σχολείο. Μέχρι τότε νόμιζα ότι ήξερα σινεμά, τότε όμως κατάλαβα ότι δεν ήξερα τίποτε. Έμαθα σινεμά εκεί. Και θεωρώ ότι ο Παντελής μού έμαθε ό,τι ξέρω στο σινεμά». Η ταινία τελείωσε, έκανε την πρεμιέρα της, έκανε και μια πορεία η οποία δεν ήταν και ιδιαίτερα καλή. Δεν είχε την εμπορική αποδοχή που αναμενόταν, παρόλο που, όπως λέει ο ίδιος, «εγώ θεωρώ ότι είναι μια πάρα πολύ καλή ταινία, παρεξηγημένη, αλλά πάρα πολύ καλή ταινία».

«Βαλκανιζατέr» και από εκεί στην Πάτρα

Μετά το «Ακροπόλ» συμπορεύεται με τον Σωτήρη Γκορίτσα στην ταινία του δεύτερου «Βαλκανιζατέr», επίσης μια πολύ μεγάλη παραγωγή, με λιγότερους συντελεστές αλλά με πολλά γυρίσματα. Τα γυρίσματα της νέας ταινίας τον… οδηγούν πάλι για σχεδόν ένα μήνα στη Βουλγαρία. Κάποια γυρίσματα, επί άλλον ένα μήνα, έγιναν στην Ελβετία και τα υπόλοιπα στην Αθήνα. Όταν τελείωσε το «Βαλκανιζατέr», η ζωή του Βαγγέλη Παπαδόπουλου έχει αλλάξει άρδην. «Εγώ ήμουν ήδη παντρεμένος και είχαμε αποκτήσει δύο κόρες», λέει για να συμπληρώσει: «Το σινεμά είναι πάρα πολύ ωραίο, αλλά τα χρήματα που εξασφάλιζα ήταν ελάχιστα. Η κατάσταση σε κάποιες περιπτώσεις θα έλεγα ήταν δραματική…». Ήταν τότε που, εν έτει 1996, του έγινε πρόταση να αναλάβει αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος τηλεοπτικού σταθμού στην Πάτρα. «Τα έβαλα κάτω και αποφάσισα να πάω στην Πάτρα, όπου εργάστηκα ως το 2004. Καταφέραμε και φτιάξαμε έναν σταθμό με 170 εργαζομένους. Εκεί είχα βεβαίως τα διοικητικά αλλά έκανα και κάποιες δουλειές επιλεκτικά, όποτε ήθελα. Όπως όμως καταλαβαίνεις, όταν έχεις να διαχειριστείς πολλά χρήματα, ανθρώπους, studios στην Πάτρα, στο Αγρίνιο και στον Πύργο, αυτοκίνητα, μηχανήματα… δεν μένει πολύ περιθώριο για δημιουργική δραστηριότητα. Στην ουσία ανέλαβα έναν τηλεοπτικό σταθμό ο οποίος τεχνολογικά ήταν πολύ πίσω και τον ανεβάσαμε πάρα πολύ. Να φανταστείς η ΕΡΤ έστελνε σε εμένα αντιπροσώπους να δουν τα μηχανήματα που είχαμε αγοράσει από το εξωτερικό. Οι πρώτοι που φέραμε στην Ελλάδα τις ρομποτικές κάμερες ήμασταν εμεί, στην Πάτρα. Τις έβλεπα κάθε χρόνο στην Ολλανδία που πήγαινα στην έκθεση… Αυτόν το σταθμό κατάφερα – και το λεω χρησιμοποιώντας το πρώτο ενικό – και τον πιστοποιήσαμε από τους Lloydsμε ISO 902 ως προς την εσωτερική λειτουργία του. Ήταν ο πρώτος σταθμός στην Ελλάδα και ο τρίτος στην Ευρώπη που το είχε εξασφαλίσει!».

Όταν όμως ο τηλεοπτικός σταθμός αλλάζει ιδιοκτησία και παρά την πρόταση να συνεχίσει να ασκεί τη διοίκηση, ο Βαγγέλης Παπαδόπουλος αποφάσισε να αποχωρήσει γυρνώντας ξανά στην πρωτεύουσα. 

Αυστραλία και η πρώτη hidefinition παραγωγή τής ΕΡΤ

Είναι η εποχή που η ΕΡΤ δημιουργεί την ψηφιακή τηλεόραση, το Cine Plus, όπου ο Βαγγέλης Παπαδόπουλος αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία σε ό,τι αφορούσε τον πολιτισμό: εκθέσεις, φεστιβάλ κινηματογράφου μικρού μήκους στη Θεσσαλονίκη, φεστιβάλ χορού στην Καλαμάτα, παραστάσεις, θέατρα.

Στη συνέχεια με την ΕΡΤ World σκηνοθετεί τη σειρά «The Greeks», με τα γυρίσματα να γίνονται στην Αυστραλία. «Συνεργάστηκα με δύο πολύ αγαπημένους ανθρώπους, την Έλενα Μποζαλά, η οποία είναι ακόμη δημοσιογράφος στην ΕΡΤ, και τον Δημήτρη Φράνσταλη. Το υπόλοιπο συνεργείο ήταν από την Αυστραλία. Πήγαμε για περίπου 25 μέρες στη Μελβούρνη και στο Σίδνεϊ και τους έδωσα υλικό για 9 ωριαία επεισόδια. Ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όσο και πολύ κουραστική εμπειρία. Ήταν η πρώτη hidefinition παραγωγή τής ΕΡΤ. Θυμάμαι ότι ο Νίκος Μιχαλίτσης (τότε γενικός διευθυντής Τεχνολογίας της ΕΡΤ) μου είχε φέρει το πρώτο μόνιτορ hidefinition για να βλέπω σε αυτήν την ανάλυση στο μοντάζ. Όταν γύρισα στην Ελλάδα και ξεκίνησε η εργασία μας πάνω σε αυτό το υλικό, το μοντάζ κράτησε μήνες. Ήταν πραγματικά ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα, μία εξαιρετική σειρά», καταλήγει αναπολώντας τη δημιουργική εκείνη περίοδο στην ΕΡΤ.

Η συγκεκριμένη σειρά τελείωσε τρεις μήνες προτού πέσει το «μαύρο» στη δημόσια τηλεόραση και μαζί και η θητεία του στην ΕΡΤ, όπου ολοκληρώθηκε άλλος ένας κύκλος δουλειάς για τον Βαγγέλη Παπαδόπουλο. Η απόπειρα να ανανεώσει τη συνεργασία του δεν ευοδώθηκε, αφού οι αρμόδιοι θεώρησαν ότι δεν διέθετε τα προσόντα διότι δεν είχε πτυχίο computer(!).

 Και εγένετο… ζωγραφική

«Μετά από ένα χρονικό διάστημα ­– η αλήθεια είναι ότι δεν έχω εντοπίσει τη γενεσιουργό αιτία – αποφάσισα να ασχοληθώ με τη ζωγραφική. Πάντα ζωγράφιζα αλλά τώρα ήταν κάτι διαφορετικό. Πήγα και πήρα δύο καμβάδες, κάτι χρώματα ακρυλικά και άρχισα να δοκιμάζω… Χωρίς σπουδές. Στη ζωγραφική είμαι τελείως αυτοδίδακτος. Ακόμη και σήμερα φίλοι ζωγράφοι μού λένε να παρακολουθήσω κάποια μαθήματα. Αρνούμαι, δεν πάω. Και αυτό διότι φοβάμαι μην μπω σε μανιέρες και δεν το θέλω. Ό,τι κάνω στη ζωγραφική προτιμώ να το ανακαλύψω μόνος μου», λέει για τη νέα του δραστηριότητα που τον έχει συνεπάρει.

Μέχρι σήμερα έχει κάνει πέντε ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής. Η πιο πρόσφατη ήταν στο Μουσείο Ηρακλειδών με 44 έργα υπό τον γενικό τίτλο «Φθορά». Η προηγούμενη ήταν στην Base Galleryτου «Booze» και από 23 ως 29 Νοεμβρίου θα εκθέσει στο Παρίσι 14 έργα του από τη σειρά «Γυναίκες», η οποία περιλαμβάνει μια σειρά με γυναικεία πορτρέτα.

«Αυτό που εισπράττω από τον κόσμο είναι εξαιρετικά καλά λόγια. Και το καλαμπούρι είναι ότι ακούω καλά λόγια και από ζωγράφους, γλύπτες, από ανθρώπους που έχουν τελειώσει Σχολή Καλών Τεχνών, οι οποίοι, όπως καταλαβαίνεις, είναι φειδωλοί στα λόγια. Ίσως γιατί με αντιμετωπίζουν ως ερασιτέχνη. Πάντως νιώθω ότι τα έργα μου αρέσουν», λέει ενθουσιασμένος που θα παρουσιάσει το έργο του σε μια πόλη όπου την τέχνη γενικώς την αναπνέεις στην ατμόσφαιρα…

Έχει πάντως αναπτύξει μια τελείως δική του λογική και τεχνοτροπία. Ζωγραφίζει μόνο πράγματα που του αρέσουν… Τον συναρπάζει η ιδέα ότι θα εκθέσει τα έργα του σε μια παριζιάνικη γκαλερί. «Μακάρι να αρέσουν», λέει και εξηγεί πώς προέκυψε αυτή η έκθεση. Υπάρχει εδώ και 25 χρόνια μια οργάνωση στο Παρίσι που λέγεται «Φωνή-Γραφή», κύριο έργο της οποίας είναι να μάθει τους Γάλλους ελληνικά. «Ένας από τους ανθρώπους σε αυτή την οργάνωση είναι ο πολύ καλός μου φίλος Νίκος Γραικός. Αποφάσισαν λοιπόν να τιμήσουν τα 25 χρόνια ζωής της οργάνωσης με 25 επετειακές εκδηλώσεις. Μία από τις 25 εκδηλώσεις είναι και αυτή η έκθεση ζωγραφικής. Εγώ μέσα στο 2019 δεν είχα σκοπό να εκθέσω έργα μου. Η λογική μου ήταν να κάνω μία έκθεση του χρόνου ή στις αρχές του 2021. Ήθελα να ηρεμήσω, να ζωγραφίσω – ήδη το κάνω. Προέκυψε όμως το Παρίσι και θεωρώ ότι είναι μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία…».

Αυτή την περίδο έχει καταπιαστεί με θέματα που επίσης έχουν σχέση με τη φθορά, αλλά πιο κοντινά πλάνα – κάποια κομμάτια πλοίων από καρνάγια, κάποιες αλυσίδες, λουκέτα. Έχει κάνει πάνω από 150 έργα, όλα καδραρισμένα κινηματογραφικά. Δηλαδή δεν αποτελούν ένα κλασικό έργο ζωγραφικής. Συνήθως ένας ζωγράφος αρέσκεται σε ένα γενικό πλάνο – μπορεί να κάνει ένα τοπίο. Ο Βαγγέλης Παπαδόπουλος «βλέπει» τη ζωγραφική μέσα από μια κινηματογραφική κάμερα. Αν δει κάτι που τον ενδιαφέρει, αυτό τον κεντρίζει. «Δεν ξέρω πόσο μπορεί να κέντριζε έναν ζωγράφο να κάνει μία πλευρά μιας εγκαταλελειμμένης βάρκας σε ένα καρνάγιο. Σίγουρα υπάρχουν ζωγράφοι που το κάνουν, εμένα όμως αυτό με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Έκανα, για παράδειγμα, την κλειδαριά και το πιο ενδιαφέρον σε αυτό το έργο είναι το μαύρο άνοιγμα που αφήνουν οι δύο πόρτες. Ας καταλάβει ο καθένας ό,τι θέλει να καταλάβει…».

Ο σκηνοθέτης-ζωγράφος θεωρεί ότι η «φθορά» ασφαλώς έχει άμεση σχέση με αυτό που βιώνουμε ως κοινωνία. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι κάθε έργο του έχει και μια πολιτική προέκταση αφού και ο ίδιος δηλώνει «πολιτικό ζώο». «Τα καρνάγια, για παράδειγμα, έχουν μια ιστορία. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση πήρε αυτή την απόφαση να καταστραφούν τα ξύλινα σκάφη και μαζί με αυτά η παραδοσιακή ναυπηγική τέχνη της Ελλάδας και της Μεσογείου; Καταστρέφουμε την παράδοσή μας. Και, ξέρετε, λαοί χωρίς παράδοση δεν έχουν μέλλον», τονίζει θυμωμένος και με μεγάλη ένταση.

«Είμαι πολύ χαρούμενος που έχω μια καταπληκτική οικογένεια. Είμαι 35 χρόνια με τη γυναίκα μου, έχουμε δύο κόρες… Συνεχίζω να είμαι δημιουργικός στην καθημερινότητά μου, θα συνεχίσω να είμαι δημιουργικός παρά το γεγονός ότι σε δύο μήνες βγαίνω σε σύνταξη. Έχω και άλλες ασχολίες, φτιάχνω καράβια από ξύλα που βρίσκω στη θάλασσα, μαστορεύω. Είναι δουλειά δημιουργική να διορθώσεις κάτι», λέει με καμάρι.

Ο Βαγγέλης Παπαδόπουλος δεν είναι όμως καθόλου αισιόδοξος με τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Παρουσιάζει το παράδειγμα με την εισβολή της Αστυνομίας στις κινηματογραφικές αίθουσες όπου προβαλλόταν η ταινία «Joker». «Γελάει ο κόσμος…», τονίζει. Θεωρεί ότι είναι η λογική και ο τρόπος σκέψης των ανθρώπων που μας πηγαίνουν πολλά χρόνια πίσω. Πιστεύει ότι η χώρα είχε βρει έναν βηματισμό, προχωρούσε, με στραβά με λάθη, αλλά προχωρούσε. Τώρα είμαστε πάλι σε βηματισμό και παμε προς τα πίσω. «Χθες διάβασα ένα tweet που έκανε ο Νίκος Κοτζιάς, που τον παρακολουθώ από τη δεκαετία του 1970 – δεν συμφωνώ ιδεολογικά μαζί του: Είχα υπολογίσει τα πάντα και όλες τις πλευρές της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτό που δεν είχα υπολογίσει είναι η αναισθησία και η αναλγησία της Ερυρωπαϊκής Ένωσης, και μάλιστα σε μια εποχή που γύρω μας είναι το Κόσοβο, η Τουρκία και εμείς είμαστε στη μέση. Αυτό αφορούσε την άρνηση της Γαλλίας… Ποιας; Της Γαλλίας. Ειναι φοβερό να το σκέφτεσαι, καταλήγει απογοητευμένος.

 

Book review: 1793, Τότε που βασίλευε η βία – Niklas Natt och Dag

Από την Χρύσα Βασιλείου

Book review: 1793, Τότε που βασίλευε η βία - Niklas Natt och Dag

Το συγγραφικό ντεμπούτο του Niklas Natt och Dag, με τίτλο «1793 – Τότε που βασίλευε η βία», είναι ένα εξαιρετικό ιστορικό νουάρ μυθιστόρημα με μπόλικες δόσεις αστυνομικής πλοκής, που ταξιδεύει τον αναγνώστη πίσω στον χρόνο, σε μια εποχή που αναμφίβολα βασίλευαν η βία και το σκοτάδι.

Η πλοκή τοποθετείται στη Στοκχόλμη, τη χρονιά του 1793. Την εποχή εκείνη, στον απόηχο του θανάτου του βασιλιά Γουσταύου Γ΄, στη χώρα επικρατούσαν βία, παρανομία, ταραχές και συνωμοσίες. Ο φόβος για επεισόδια ανάλογα με εκείνα της Γαλλικής Επανάστασης προκαλούσε δυσπιστία απέναντι σε οτιδήποτε καινοτόμο, με το -αιώνιο- κοινωνικό χάσμα ανάμεσα στην πλούσια αριστοκρατία και τον φτωχό λαό να προκαλεί συνεχώς καινούριες αδικίες και έριδες.

Μέσα σ’ αυτό το ζοφερό σκηνικό, ένα πτώμα ανακαλύπτεται στα βρόμικα νερά μιας λίμνης. Το πτώμα είναι ακρωτηριασμένο και τόσο παραμορφωμένο, ώστε δεν αναγνωρίζεται. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο φθισικός αστυνόμος Σέσιλ Βίνγκε, που θα έχει ως βοηθό του στην έρευνα τον άνθρωπο που ανέσυρε το πτώμα από τη λίμνη, τον αποσπασμένο φρουρό Μίκαελ Καρντέλ. Όντας στο τελευταίο στάδιο της αρρώστιας, ο Βίνγκε βρίσκει το κουράγιο να σταθεί στα πόδια του ώσπου να λύσει αυτό το μυστήριο – κάτι που αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο, μια και τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του είναι ελάχιστα. Καθώς η έρευνά τους προχωρά, οι δύο ήρωες μπλέκουν στις συνωμοσίες ατόμων με κύρος, που κανείς δεν θα ήθελε να έχει εχθρούς, και ανακαλύπτουν ότι δεν υπάρχουν όρια στην ανθρώπινη φρικαλεότητα. Ποιο είναι όμως εκείνο το κίνητρο που μπορεί να οδηγήσει ένα ανθρώπινο πλάσμα να φερθεί τόσο σκληρά σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα;

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, γίνεται φανερό πως το βιβλίο αυτό είναι κάτι περισσότερο από ένα αστυνομικό θρίλερ. Στις σελίδες του αποτυπώνεται πρωτίστως μια ολόκληρη εποχή – μια εποχή κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή, από τις πιο χαώδεις και σκοτεινές στην ιστορία της Σουηδίας. Ο συγγραφέας έχει μελετήσει το ιστορικό πλαίσιο όπου τοποθετεί τους ήρωες και την πλοκή και, ουσιαστικά, έχει βρει χώρο γι’ αυτούς εν μέσω των πραγματικών γεγονότων που συνέβαιναν τότε. Βέβαια, δεν είναι ό,τι πιο εύκολο να εγκλιματιστεί κανείς με το ιστορικό παρελθόν μιας χώρας για την οποία, κακά τα ψέματα, δεν γνωρίζουμε και πολλά. Γι’ αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ώστε να μην μπερδευτεί ο αναγνώστης από τα όσα συμβαίνουν κάθε φορά και τα (ομολογουμένως) πολλά και δύσκολα ονόματα – τοποθεσιών, κυρίως. Φυσικά, για έναν Σουηδό πολλά από αυτά θα είναι γνωστά από τα βιβλία ιστορίας, για τον μέσο αναγνώστη άλλης χώρας όμως πιθανόν να μοιάζουν πρωτόγνωρα.

Οι ήρωες είναι ως επί τω πλείστον άνθρωποι των λαϊκών στρωμάτων: φτωχοί μεροκαματιάρηδες που προσπαθούν να επιβιώσουν, αργόσχολοι μπεκρήδες που ξοδεύουν τις μέρες τους στα ταβερνεία, τυχοδιώκτες που ψάχνουν την ευκαιρία για το επόμενο κόλπο, κουτοπόνηροι φρουροί που εκμεταλλεύονται τη δύναμη που τους έχει δοθεί, αβοήθητες γυναίκες στο έλεος περιστάσεων και εκμεταλλευτών ανδρών… Οι δοκιμασίες και η πάλη για τον επιούσιο, οι φόβοι για τη ζωή τους, οι ταπεινώσεις που υφίστανται από τους «ανώτερους» από εκείνους, τα πάμπολλα προβλήματα και οι ελάχιστες χαρές που βιώνουν καθημερινά σκιαγραφούνται με ωμό ρεαλισμό και περισσή αληθοφάνεια από τον συγγραφέα, χωρίς καμία προσπάθεια ωραιοποίησης. Αυτό το μοτίβο επικρατεί, εξάλλου, σε ολόκληρο το βιβλίο.

Άλλωστε, και οι δύο πρωταγωνιστές είναι κάθε άλλο παρά αψεγάδιαστοι: ο Βίνγκε υποφέρει από φυματίωση και ο Καρντέλ έχει χάσει το αριστερό του χέρι στον πόλεμο. Οι δυο τους αποτελούν ένα περίεργο δίδυμο: ο πρώτος είναι μορφωμένος, ήπιος και μετρημένος ως χαρακτήρας, ένας δικηγόρος που έχει μάθει να δίνει τις μάχες του με τους ενόχους ή τους αθώους σε κάποια αίθουσα, καταβεβλημένος τώρα από μια θανατηφόρα ασθένεια· ο δεύτερος είναι ένας αμόρφωτος λαϊκός χαρακτήρας, άνθρωπος της δράσης, που έχει δει τη φρίκη ενός πολέμου και υποφέρει τις συνέπειές του, αναγκασμένος να κάνει μια δουλειά που δεν αγαπά και να τα βγάζει πέρα -ακόμα και σε καβγάδες- με ένα μόνο χέρι και αρκετή επιδεξιότητα. Και όμως, αυτοί οι τόσο αταίριαστοι άνθρωποι συνεργάζονται για να λύσουν την περίεργη αυτή υπόθεση και συνειδητοποιούν πόσα μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον, αναπτύσσοντας μεταξύ τους έναν αμοιβαίο σεβασμό κι έναν ιδιαίτερο δεσμό.

Το πιο «δύσκολο» κομμάτι του βιβλίου αφορά τις σκληρές περιγραφές που έχουν να κάνουν με βασανιστήρια, εκτελέσεις, θανάτους κτλ. Ο δε θάνατος θεωρείται για πολλούς μια καλοδεχούμενη ανακούφιση, μην μπορώντας άλλο να αντέξουν την ανθρώπινη σκληρότητα. Οπωσδήποτε όχι ό,τι πιο ιδανικό για ευαίσθητα αναγνωστικά στομάχια, όμως δοσμένες με την απαραίτητη ωμότητα ώστε θα θεωρηθούν άκρως ρεαλιστικές. Άλλη μια απόδειξη για το πόσο πιστά απεικονίζεται η Σουηδία στα τέλη του 18ου αιώνα -και γενικότερα ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης την εποχή εκείνη- στις σελίδες του. Ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει τίποτα απ’ όλα τα παραπάνω· τα αναφέρει απλά σε όλο τους το ερεβώδες μεγαλείο, με γραφή γλαφυρή, ανελέητη, καθηλωτική και χορταστική, προκαλώντας τα βαθύτερα αισθήματα του αναγνώστη: κυρίως λύπη και αποτροπιασμό, αλλά και προβληματισμό.

Το «1793 – Τότε που βασίλευε η βία» είναι ένα βιβλίο ατμοσφαιρικό, σκληρό μα γοητευτικό ταυτόχρονα, που παρασέρνει τον αναγνώστη σε ένα σκοτεινό ταξίδι με συναρπαστική διαδρομή και απρόβλεπτο τέλος. Το γεγονός δε ότι αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας, με τα έτη 1974 και 1975 να ακολουθούν, απλά προσθέτει περισσότερες αναγνωστικές προσδοκίες για τη συνέχεια.

Για το 1793 του Νίκλας Νατ οκ Νταγκ της Κέλλης Κρητικού

Παρουσίαση στην Athens Voice

για το βιβλίο 1793  (του (Νικόλα Νυχθήμερου, ελληνιστί ) σε μετάφραση δική μου! ΜΗΝ ΤΟ ΧΑΣΕΤΕ!

Διαβάσαμε πρώτοι το «1793: Τότε που βασίλευε η βία»

Κέλλη Κρητικού

18ος αιώνας. Ένας αιώνας με σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, πνευματικές και κυρίως πολιτικές αλλαγές που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ιστορίας, και όχι μόνο. Ο Niklas Natt och Dag, στην πρώτη του συγγραφική απόπειρα, επιλέγει να δημιουργήσει ένα έπος που φέρει την αύρα των κλασικών μυθιστορημάτων με φόντο τη Σουηδία εν έτει 1793. Διεισδύει στην εποχή των έντονων αντιθέσεων, ενστερνίζεται τα ρεύματα που αναπτύχθηκαν και τα αποτυπώνει στον τρόπο γραφής του. Το «1793: Τότε που βασίλευε η βία» φέρει στοιχεία του αστικού δράματος που μεσουρανεί στα θεατρικά δρώμενα της εποχής, της ρεαλιστικής γραφής που χαρακτηρίζει το λογοτεχνικό γίγνεσθαι αλλά κυρίως τη σφραγίδα της κλασικής μουσικής, που ανθεί στα τέλη του αιώνα: στη μουσική γραφή κυριαρχεί μια βασική μελωδία –ενώ τα υπόλοιπα συνοδευτικά μέρη υποστηρίζουν τη μελωδία αυτή– αλλά και η εναλλαγή των συναισθημάτων. Χαρακτηριστικά που διέπουν αυτό το συναρπαστικό πολυδιάστατο μυθιστόρημα με την ανατρεπτική δομή.

«Ο φόβος για επανάσταση και προδοσία είναι μια μάστιγα που μολύνει όλους εκείνους που τα οπίσθιά τους βρίσκονται πολύ κοντά σε κάποιον θρόνο»

Η κεντρική ιστορία ξεδιπλώνεται στο πρώτο μέρος του βιβλίου. Ο Μικέλ Καρντέλ, πρώην στρατιώτης ο οποίος έχει χάσει το δεξί του χέρι στον πόλεμο, ανακαλύπτει το ακρωτηριασμένο σώμα ενός ανθρώπου στη λίμνη Φατμπούρεν και ενημερώνει την Πολιταρχία της Στοκχόλμης. Ο επικεφαλής αναθέτει στον ορθολογιστή Σέσιλ Βίγκε  την υπόθεση υπό άκρα μυστικότητα. Ο Βίγκε, που είναι φθισικός και φλερτάρει με τον θάνατο, συνεργάζεται με τον «πατατοκεφτέ» Καρντέλ για να ανακαλύψουν τον ένοχο αυτής της αποτρόπαιας δολοφονίας και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Οι έρευνες τους οδηγούν σε επικίνδυνες διαδρομές και έρχονται αντιμέτωποι με τις «Ευμενίδες» και τα κρυμμένα μυστικά τους.

Η πλοκή δεν εγκλωβίζεται όμως στην αστυνομική της διάσταση. Στο δεύτερο και στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας δίνει τη σκυτάλη σε δύο χαρακτήρες, άγνωστους μεταξύ τους και χωρίς να έχουν κάποια εμφανή σχέση με την υπόθεση δολοφονίας. Αποτυπώνει τις προσωπικές τους ιστορίες και προκαλεί ανατριχίλες στον αναγνώστη, που μένει εμβρόντητος με τις απρόβλεπτες εξελίξεις, τις ζοφερές καταστάσεις που εκτυλίσσονται και με το μέγεθος της φρίκης που έρχονται αντιμέτωποι ο Κρίστοφερ Μπλιξ και η Άννα Στίνα προκειμένου να επιβιώσουν. Η κορύφωση έρχεται στο αριστουργηματικό τέταρτο μέρος αποδεικνύοντας το ταλέντο και την ευφυή σύλληψη του Niklas Natt och Dag.

Η χρονική περίοδος που διαδραματίζονται τα γεγονότα του μυθιστορήματος είναι μια ταραγμένη περίοδος. Η Γαλλική Επανάσταση έχει προκαλέσει ισχυρές αναταράξεις σε ολόκληρη την Ευρώπη και πανικό στους κόλπους της αριστοκρατίας. Η δολοφονία του Γουσταύου βρίσκει τον λαό της Στοκχόλμης στα όρια της ανέχειας και της εξαθλίωσης. Μαλάρια, ψείρες, ακρωτηριασμοί, ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης, πορνεία, κλοπές, απαρτίζουν την καθημερινότητα των κατώτερων στρωμάτων, την ίδια στιγμή που οι έχοντες την εξουσία απολαμβάνουν απροκάλυπτα τα προνόμιά τους και επιδίδονται σε ακολασίες προκειμένου να ικανοποιήσουν τις αρρωστημένες ορέξεις τους και να διασκεδάσουν με τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, όπου κυριαρχεί η ματαίωση κάθε προσδοκίας και η παραίτηση, ο συγγραφέας συνθέτει ένα εξαιρετικό πόνημα που κινείται σε πολλαπλά επίπεδα με ζηλευτή αρμονία. Το «1793: Τότε που βασίλευε η βία» είναι ένα ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα με νουάρ ατμόσφαιρα και στοιχεία θρίλερ, ενώ την ίδια στιγμή αποτελεί μια ρεαλιστική ηθογραφία της εποχής.

Ο Niklas Natt och Dag είναι χαμαιλέοντας. Προσαρμόζει τη γραφή του ανάλογα με τον χαρακτήρα που πρωταγωνιστεί σε κάθε μέρος της υπόθεσης. Υιοθετεί με πειστικότητα άλλοτε την αργκό που χρησιμοποιείται στα καπηλειά και τις φάμπρικες και άλλοτε τον υπεροπτικό και εριστικό τρόπο ομιλίας των ισχυρών αντρών. Ελίσσεται αθόρυβα ανάμεσα στην τριτοπρόσωπη αφήγηση και στην πρωτοπρόσωπη παραληρηματική κατάθεση ψυχής. Χρησιμοποιεί διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές και ποικίλα σχήματα λόγου δίνοντας ζωντάνια στο κείμενο και δημιουργώντας την αίσθηση στον αναγνώστη ότι όλα συμβαίνουν τώρα. Λυρικότητα και λιτότητα χαρακτηρίζουν την πένα του, ενώ κατορθώνει να τιθασεύσει τη συγγραφική του δεινότητα και να μην παρασυρθεί σε υπερβολές και περιττά στοιχεία. Οι περιγραφές του είναι ρεαλιστικές και γλαφυρές και εντυπωσιάζουν με το εύρος τους. Οι σκηνές που αποτυπώνουν τη δολοφονία παραπέμπουν σε σύγχρονα θρίλερ ωμής βίας, ενώ η εξιστόρηση των ναυμαχιών είναι μεγαλειώδης και αληθοφανής.

Καθώς η πλοκή εξελίσσεται, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με τα ήθη, τα έθιμα, τις συνήθειες, τις παραδόσεις της εποχής. Η εισαγωγή κάθε κεφαλαίου λαμβάνει χώρα και σε κάποιο άλλο μέρος –Πολιταρχία, καπηλειά, ψαραγορά, χαμόσπιτα, οίκους ανοχής, τελωνείο– προσφέροντας ενδιαφέρουσες πληροφορίες και λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Σαν να στήνει ο συγγραφέας από την αρχή τα σκηνικά της παράστασης για να νιώσει ο θεατής μέρος της εκάστοτε σκηνής, να γίνει ένα με τον χώρο, να εναρμονιστεί με τους ανθρώπους και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις.

«Ο άνθρωπος είναι ένα ζωύφιο που ψεύδεται, ένα κοπάδι αιμοδιψείς λύκοι που δεν θέλουν παρά να ξεσκίσουν ο ένας τον άλλον στην προσπάθειά τους να κερδίσουν την εξουσία. Οι υποδουλωμένοι δεν είναι καλύτεροι από τους αφεντάδες τους, ασθενέστεροι είναι απλώς. Οι αθώοι διατηρούν την αθωότητά τους μόνο λόγω της ανικανότητάς τους».

Ο Σέσιλ Βίγκε και ο Μικέλ Καρντέλ παραπέμπουν έντονα στο δίδυμο του Σέρλοκ Χoλμς και του Τζον Γουάτσον, μόνο που οι προσωπικές τους ιστορίες καταφέρνουν να προσδώσουν μια άλλη νότα στην πορεία των ερευνών και στη μεταξύ τους σχέση. Ο Μικέλ προσπαθεί να αποδεχτεί την αναπηρία του, να ζήσει με τις ενοχές του και την απώλεια του φίλου του, να διατηρήσει την περηφάνια του. Ο ιδιοφυής Σέσιλ πεθαίνει και έχει επιλέξει να σκοτώσει μέσα του κάθε συναίσθημα εγκαταλείποντας τη γυναίκα που αγαπά. Η ηθική του είναι άμεμπτη και υπερασπίζεται με πάθος το δικαίωμα κάθε δολοφόνου να πει τη δική του αλήθεια.

Βασανίζεται από αιμοπτύσεις που τον διαλύουν και τον εξασθενούν συνεχώς, χωρίς ελπίδα ανάκαμψης, και όμως παλεύει με νύχια και με δόντια να αποδώσει δικαιοσύνη μέχρι την τελευταία στιγμή. Η λογική είναι για εκείνον πάνω από όλα και δεν επιτρέπει στον φόβο να τον λυγίσει. Η εξιχνίαση του φόνου θα καταλύσει τις άμυνές τους, θα ανατρέψει τα πιστεύω τους και τις αρχές τους και θα επιφέρει τη λύτρωση.

Ο Κρίστοφερ Μπλιξ και η Άννα Στίνα δίνουν μια άλλη διάσταση στην πλοκή προκαλώντας σοκ, αποτροπιασμό αλλά και ανείπωτη συγκίνηση. Επιτείνουν την αγωνία, αποκαλύπτουν την ισχύ του χρήματος και προβάλλουν με αδρές γραμμές το σκοτάδι που καταβροχθίζει τα πάντα και κάνει τον κόσμο αγνώριστο. Τα όνειρα και οι επιθυμίες γίνονται ένα με τις κραυγές πόνου και τις εκκλήσεις για σωτηρία. Ο θάνατος στέκεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια τους. Ο χρόνος δεν είναι σύμμαχός τους, αντίθετα τους τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια και δεν τους αφήνει περιθώρια να πάρουν ανάσα. Η ιώβεια υπομονή που επιδεικνύουν δεν είναι αρκετή για να ξεπεράσουν την ταπείνωση που έχουν υποστεί.

Παλεύουν να αντιμετωπίσουν τον τρόμο και τον πανικό που αισθάνονται καθώς έρχονται σε επαφή με την αρρωστημένη βία που δεν έχει φραγμούς. Δειλία και θάρρος ένα μαζί. Η καρδιά σφίγγεται και ένα λυγμός στέκεται στον λαιμό και πάλλεται, περιμένει να απελευθερωθεί. Και ξαφνικά, έρχεται η κατάρρευση. Το αναπόφευκτο κοιτάει τον αναγνώστη στα μάτια. Πόσα συναισθήματα κρύβονται άραγε μέσα σε μια φράση, σε μια στιγμή;

«[…] το μίσος χρειάζεται φόβο, όπως η φωτιά το καύσιμο[…]»

Μια πόλη. Μια χώρα. Μια ήπειρος. Κοσμογονικές αλλαγές και μεγάλες επαναστάσεις. Βία και άπλετο αίμα. Δύο πλευρές μάχονται με σθένος και απύθμενο πάθος. Η εξουσία και η ηθική. Παλεύουν με νύχια και με δόντια να διατηρήσουν απόρθητα τα κάστρα τους. Η ευτυχία δεν έχει περιθώριο να ανθίσει στις καρδιές ξανά. Η αθωότητα διαλύεται, τα όνειρα καταπατώνται με μίσος. Και το «1793: Τότε που βασίλευε η βία» προσκαλεί τον αναγνώστη να βυθιστεί στο έρεβος που καλύπτει τις σελίδες του.

 

En man som heter Ove: Πώς να μεταφράζεται άραγε;

Όλοι οι μεταφραστές κάνουν λάθη.Είναι αλήθεια, πικρή αλήθεια αλλά έτσι είναι.
Εν πάση περιπτώσει το βιβλίο (και η ταινία αργότερα) με τον τίτλο En man som heter Owe στα αγγλικά είχε τον τίτλο A Man Called Ove, το ίδιο και η ταινία νομίζω, αν και η ταινία στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο Ο κύριος Όβε.
Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά, προφανώς από τα αγγλικά (μετφρ Βασιλική Κωστάκη), από τις εκδόσεις Πασχαλίδη με τον τίτλο Ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Οβ! 9789963258833-200-1178789

Μην ρωτήσετε αν το Οβ είναι αμερικανιά για το Οβελίξ, δεν είναι. Το όνομα είναι ΟΥΒΕ, Ούβε! Ούτε Οβ ούτε Όβε. Διότι απλούστατα είναι σκανδικανβικό, καραμπινάτο σκανδιναβικό (με μια περίπλοκη δανική καταγωγή ) και μόνον Ούβε προφέρεται. Μόνον ο Άγγλος θα το προφέρει Όβαα… Αλλά ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ Οβ.
Κι αν θέλουμε να είμαστε εντάξει με τον πρωτότυπο τίτλο μάλλον πρέπει να το μεταφράσουμε Ένας άντρας που τον λένε Ούβε ή Ένας άντρας ονόματι Ούβε. Το man στα σουηδικά μπορεί να έχει και τη σημασία “άνθρωπος” ενίοτε αλλά με πολύ μικρότερη συχνότητα από όση στα αγγλικά. Ωστόσο είναι φανερό ότι η επιλογή κι εδώ είναι από την αγγλική γλώσσα. Λογικό.

Πάντως όλοι σήμερα γνωρίζουν το Forvo όπου μπορεί κανείς να ακούσει πώς προφέρονται τα περισσότερα ονόματα των οποίων την προφορά δεν ξέρουμε.
Ψιόπράγματα θα μου πείτε. Ναι. Δεν ξέρω όμως αν κάποιος που λέγεται Γιάννης θέλει να βλέπει το όνομά του γραμμένο Γκιάννες ή γιατί όχι Γκίνες… Μετά τον κατήφορο δεν υπάρχει σταματημός…
Είναι σαν τον Γιέραν Πέρσον τον Σουηδό πρωθυπουργό, τον οποίον ο ελληνικός Τύπος, κατά πλειονότητα, τον έγραφε Γκόραν, κάνοντας τον Γιουγκοσλάβο.

 

Η ανοικτή επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη

 

«Σύντροφε Αλέξη, σε παραδέχομαι, γιατί είσαι μάγκας. Ο πιο μεγάλος μάγκας στην Ελλάδα από το 450 π.Χ. έως σήμερα. Γιατί κάνεις ό,τι θέλεις χωρίς να λογαριάσεις κανένα.

»Παίρνεις το προσωπικό σου αεροπλάνο, το γεμίζεις με φίλους και φίλες και πας στην Κούβα και αφήνεις τον λογαριασμό, 300.000 δολλάρια να τον πληρώσουν τα κορόιδα με τα 300 ευρώ το μήνα στην καλλίτερη περίπτωση. Κάνεις το κέφι σου.

»Μιλάς στην πλατεία της Επανάστασης όπου μιλούσε και ο Φιντέλ σαν ένας γνήσιος και σκληρός επαναστάτης. Υψώνεις το πελώριο ανάστημά σου ενάντια στον Καπιταλισμό-Ιμπεριαλισμό.

»Τρως τον αγλέορα (600 ευρώ για ένα γεύμα πληρωμένο από το Υπουργείο των Εξωτερικών, δηλαδή τα τσιράκια σου). Το διασκεδάζεις, το γλεντάς, την ώρα που τα κορόιδα οι Έλληνες κάθονται στις ουρές για σύνταξη, ΔΕΗ, τράπεζες, νοσοκομεία και προ παντός λιτότητα στη λιτότητα.

»Το παίζεις επαναστάτης κι όταν γυρίσεις, ξαναγίνεσαι αυτό που ήσουν, το παιδί που κάνει τα θελήματα της Μέρκελ, του Ομπάμα και του Γιούνγκερ που κατακεραύνωσες στην Αβάνα και πάλι σε βάρος του έξυπνου ελληνικού λαού, γιατί αυτός αποφάσισε να τον κυβερνούν άτομα χωρίς οπαδούς και φιλότιμο, που το παίζουν κυβέρνηση.

»Καλή αντάμωση στα Γουναράδικα».

 

 

Δεν μου φαίνεται για ύφος του Μίκη αυτό. Δεν έχει σημασία τι του λέει, σε άλλα έχει δίκιο και σε άλλα όχι, άλλωστε αδιαφορώ παντελώς για τον Τσίπρα αλλά σίγουρα με ενδιαφέρει ο Μίκης. Δεν μιλώ για το περιεχόμενο της επιστολής αλλά για το ύφος – δεν μου φαίνεται για δικό του ύφος (του Σταύρου θα μπορούσε να είναι, του Μίκη όχι) και εξηγούμαι: λέξεις και φράσεις όπως “μάγκας”, “πληρώνουν τα κορόιδα”, “αγλέορα”, Τσιράκια”, “τα κορόιδα οι Έλληνες”, “να τον κυβερνούν άτομα χωρίς οπαδούς και φιλότιμο” (τι να θέλει να πει άραγε ο ποιητής, αν δεν είχαν οπαδούς ποιος τους ψήφιζε;) και φυσικά η μόνιμη επωδός δεξιών για εκείνα τα περιλάλητα “γουναράδικα” (την είπε ένας ντεμέκ επαναστάτης του ΣΥΡΙΖΑ και έσπευσαν να την κάνουν παντιέρα τους, όπως με τα “κονσερβοκούτια”, εύρημα των Χιτών και των παρακρατικών της εποχής) είναι λέξεις και φράσεις που μόνο από έναν λαϊκιστή θα περίμενα να ακούσω. Τώρα αν ο Μίκης, κάτω από το βάρος των χρόνων που κουβαλά, προέβη σε τέτοιο λαϊκίστικο ξέσπασα, κακώς και κάκιστα. Επειδή όμως δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοια, θα στοιχημάτιζα ότι είναι τρολιά. Μπορεί και να έχανα το στοίχημα, αλλά δεν έχει σημασία, ο Μίκης έχει αποδείξει ότι μπορεί να γράφει σωστά και ΟΧΙ έτσι.

7 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ STINA JACKSON

Μπράβο για άλλη μια φορά για την ωραία συνέντευξη

ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Jackson - Salomonsson Agency STEFAN TELL Photo: Salomonsson Agency STEFAN TELL

7 Ερωτήσεις στην STINAJACKSON

Από τον Νίκο Γεωργιάδη

 

Η Stina Jackson έκανε το ντεμπούτο της με το βραβευμένο «Silvervägen» («Ασημένιος Δρόμος») που εκδόθηκε στη Σουηδία το 2018. Στη χώρα μας το βιβλίο κυκλοφόρησε στις 21 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ (μτφ. Β. Γιαννίσης).

– Γεννηθήκατε στο Σελέφτεο, στη Βόρεια Σουηδία, και πριν από 13 περίπου χρόνια μετακομίσατε στο Ντένβερ, στο Κολοράντο. Θα θέλατε  να πείτε στους Έλληνες αναγνώστες μερικά πράγματα για τον εαυτό σας;

Μεγάλωσα στα βόρεια της Σουηδίας, αλλά στα 22 μου βρήκα τον έρωτα της ζωής μου, που έτυχε να είναι Αμερικανός, και κατέληξα να μετακομίσω στις ΗΠΑ. Έχω σπουδάσει Ιστορία και Νομικά στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο και δούλεψα για λίγο ως βοηθός νομικών ερευνών εδώ στο Ντένβερ όπου ζούμε με τον σύζυγό μου, τον σκύλο και τη γάτα μας. Το Κολοράντο είναι ένα απίστευτα όμορφο μέρος, αλλά τα τελευταία χρόνια υποφέρω από…

View original post 655 more words

ΕΞΙ ΕΠΙ ΔΥΟ

Ωραία παρουσίαση! Ευχαριστούμε!

ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Dahl 6X2Έξι  επί Δύο (Inland)

του Arne Dahl (μτφ. Γρ. Κονδύλης)

Μεταίχμιο, 2019

Πριν από έναν περίπου χρόνο τελείωνα το σημείωμα για το ‘Επτά μείον Ένα’ (βλ. εδώ), γράφοντας ότι «αποτελεί μία εξαιρετική εισαγωγή στη νέα σειρά του Νταλ, ένα βιβλίο που καθηλώνει τον αναγνώστη από την πρώτη σελίδα και τον αναγκάζει να περιμένει με αγωνία το επόμενο». Ήλθε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου και πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το «Έξι επί δύο», δεύτερο βιβλίο της τετραλογίας του Σαμ Μπέργερ και της Μόλι Μπλουμ.

Μία απελπισμένη γυναίκα, στα όρια της παράνοιας, που πιστεύει ότι την παρακολουθούν στο παλιό σπίτι της στη μέση του πουθενά, γράφει ένα γράμμα με παραλήπτη τη Ντεζιρέ «Ντίαρ» Ρούσενκβιστ, πρώην συνάδελφο του Σαμ Μπέργερ και νυν αρχιεπιθεωρήτρια στην Εθνική Διεύθυνση Επιχειρήσεων. Στο γράμμα αναφέρεται μία λεπτομέρεια, γνωστή μόνο στην αστυνομία (και τον δράστη), από μια παλιά υπόθεση δολοφονίας, την οποία είχαν αντιμετωπίσει η…

View original post 330 more words

Γρηγόρης Κονδύλης: «Η μετάφραση είναι πολύ προσωπική υπόθεση»

Γρηγόρης Κονδύλης
Ο επιτυχημένος μεταφραστής σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης
O μεταφραστής Γρηγόρης Κονδύλης σε μια συνέντευξη στην ATHENS VOICE για τη ζωή του, τη μετάφραση, τα βιβλία που ξεχωρίζει.

Χειμαρρώδης, ανατρεπτικός, εξομολογητικός και ευθύς, ο μεταφραστής Γρηγόρης Κονδύλης μιλάει στην Athens Voice για τα παιδικά του χρόνια, για το προξενιό του με τη μετάφραση, για τα βιβλία που ξεχωρίζει, που θα ήθελε να έχει μεταφράσει αλλά και για εκείνα που τον δυσκόλεψαν, καθώς και για τη ζωγραφική και τις αγαπημένες του τηλεοπτικές σειρές.

Σας ξέρουμε μέσα από τα βιβλία που μεταφράζετε. Αλλά πείτε μας δυο λόγια για τον Γρηγόρη Κονδύλη. Πού γεννηθήκατε και πώς ήταν τα παιδικά και εφηβικά σας χρόνια;
Γεννήθηκα το 1957 στο Αγρίνιο. Τα παιδικά χρόνια ήταν φτωχικά, δεν το κατάλαβα τότε αλλά αργότερα, όταν μου δόθηκε η δυνατότητα σύγκρισης. Έπειτα ακολούθησαν τα εφηβικά χρόνια, η χούντα, η έντονη πολιτικοποίηση. Στα χρόνια της χούντας κυνηγούσαν συνεχώς τον πατέρα μου για το αντιστασιακό παρελθόν του και τις αριστερές πεποιθήσεις του. Είχε μια ταβέρνα, δουλεύαμε όλοι εκεί, ο πατέρας, η μητέρα, εγώ. Τον είχαν ταράξει στα γραψίματα οι αστυνομικοί, για ψύλλου πήδημα τον έγραφαν. Τον ευχαριστώ γιατί μου αγόραζε συνεχώς βιβλία και μου γνώρισε τους μεγάλους κλασικούς. Ήταν διαβασμένος άνθρωπος, είχε μάθει να διαβάζει και να γράφει αγγλικά και ρωσικά στην εξορία. Του χρωστώ, λοιπόν, αυτό που είμαι. Το γυμνάσιο το έβγαλα και αυτό στο Αγρίνιο, με κάνα δυο «μεταθέσεις» στο Βαθύ Σάμου και στο Μικτό Ταύρου (ήμουν ολίγον άτακτος και ατίθασος). Ωστόσο, χρωστώ πολλά στους περισσότερους καθηγητές μου (υπήρχαν και κάποιες ζοφερές εξαιρέσεις) − ένας από αυτούς μου κίνησε, μάλιστα, το ενδιαφέρον για την ετυμολογία, τη γραμματολογία, τη γλώσσα. Έμαθα και συνειδητοποίησα ήδη από τότε ότι οι πολυτιμότερες πληροφορίες κρύβονται στις υποσημειώσεις, στα ψιλά γράμματα. Διάβαζα βιβλία που δανειζόμουν από καθηγητές μου, μάλλον τα καταβρόχθιζα θα έλεγα.

Ξεκινήσατε από μικρή ηλικία να ασχολείστε με τις ξένες γλώσσες;
Ναι, βέβαια. Άρχισα αγγλικά από τη δευτέρα δημοτικού. Πήρα το Proficiency όταν πήγαινα γυμνάσιο ακόμη στον Ταύρο. Θυμάμαι το κείμενο που μας έβαλαν ήταν από το «Death of a Salesman» του Άρθουρ Μίλερ. Όταν άρχισα στην έκτη γυμνασίου (εξατάξιο γυμνάσιο τότε) δεν είχα καταλήξει τι ήθελα να σπουδάσω και γι’ αυτό έμαθα ιταλικά, στην περίπτωση που θα πήγαινα στην Ιταλία. Μου άρεσε η ιδέα της Αγγλίας, ήταν όμως πάρα πολλά τα έξοδα για την οικογένεια και κατέληξα (με κάποια εφεκτικότητα, οφείλω να πω) στη Σουηδία. Εκεί μπορούσε κανείς να δουλέψει και, πράγματι, την τρίτη μέρα εκεί βρέθηκα να καθαρίζω ένα σούπερ μάρκετ. Πέρα από τα σουηδικά, με τα οποία ξεμπέρδεψα αρκετά σύντομα γιατί μου φάνηκαν εύκολα, ξεκίνησα να μαθαίνω και γερμανικά. Στην εκμάθηση των σουηδικών βοήθησε τότε και η Σουηδή φίλη μου, καθώς και το ξαναδιάβασμα, στα σουηδικά πλέον, όλων των Αστερίξ και Λούκι Λουκ. Πήγα έπειτα από τέσσερις μήνες, έδωσα εξετάσεις και πέρασα.

Διαβάζατε ξενόγλωσσα βιβλία μικρός; Αν ναι, ποιοι ήταν οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Πολύ μικρός, όχι. Για εμένα, όπως και για πολλά άλλα παιδιά, η γνωριμία με τους κλασικούς άρχισε από τα Κλασσικά Εικονογραφημένα. Έπειτα ακολούθησαν τα βιβλία. Διάβαζα μόνο ελληνική και μεταφρασμένη λογοτεχνία. Αλλά μετά, βέβαια, διάβασα και ξενόγλωσσα, στο εξωτερικό ζούσα. Λογικό ήταν να διαβάσω ένα σωρό βιβλία και στα σουηδικά και στα αγγλικά. Η τότε γυναίκα μου είχε μια αξιόλογη βιβλιοθήκη και με Σουηδούς και με Άγγλους κλασικούς. Δανειζόμασταν και πολλά από την πεθερά μου, η οποία ήταν δασκάλα και έγραφε εκπαιδευτικά βιβλία. Ήμουν τυχερός από την άποψη αυτή. Υπήρχε βέβαια και η δημοτική Βιβλιοθήκη στην Ουψάλα, η οποία με βοήθησε πολύ όταν ένιωσα κάποια περίοδο να χάνω μεγάλο μέρος του ελληνικού λεξιλογίου μου −έκανα τότε παρέα κυρίως με Σουηδούς και τα σουηδικά άρχισαν να γίνονται γλώσσα της σκέψης και των ονείρων− και διάβασα όσα ελληνικά βιβλία υπήρχαν να δανειστώ. Και δεν ήταν λίγα. Ακόμη θυμάμαι τις περιγραφές από το υπέροχο «Τότε που ζούσαμε» του Ασημάκη Πανσέληνου. Εξαιρετικότατες! Έτσι επανασυνδέθηκα γλωσσικά με τις ρίζες μου κι έκτοτε καλλιεργούσα συνεχώς τις γλώσσες που γνώριζα καλά, ήτοι τη μητρική μου και τη δεύτερη μητρική μου, όπως μου αρέσει να αποκαλώ τη σουηδική. Με κάθε ταξίδι στην Ελλάδα φορτωνόμουν βιβλία και δίσκους. Άλλωστε είχα αρχίσει να σπουδάζω Γλωσσολογία (με πτυχιακή εργασία στη Φιλοσοφία της γλώσσας και μεταπτυχιακή στη μορφολογία του αρχαίου ελληνικού ρήματος) και επιστήμη της Λογικής.

Γρηγόρης Κονδύλης

Αγαπημένοι συγγραφείς;
Από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω; Ρώσοι κλασικοί (Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι, Σολόχοφ), Γερμανοί και γερμανόφωνοι (Μαν, Μπροχ, Ντέμπλιν, Χέσσε [sic] κ.ά.), Σουηδοί (Ντέλμπλανκ, Στρίντμπεργ, Ίβαρ Λου Γιούχανσον, Μούα Μάρτινσον, Γιάλμαρ Σέντερμπεργ, Θοδωρής Καλλιφατίδης [ναι, στους Σουηδούς και ο υπέροχος Θοδωρής, απ’ αυτόν έμαθα πολλά για τη σουηδική γλώσσα], Στιγκ Ντάγκερμαν, Καρλ Γιούνας Λούβε Άλμκβιστ, κ.ά.) και φυσικά οι μεγάλοι Έλληνες (Παπαδιαμάντης, Καζαντζάκης, Θεοτοκάς, Τσίρκας, κι άλλοι κι άλλοι… δεν γίνεται, θα γράφουμε για μέρες). Όλοι αγαπημένοι ήταν. Να πω μόνον πως άργησα να ασχοληθώ με την ποίηση, μετά τα είκοσι πέντε άρχισα να διαβάζω ποιητές, σε όποιες γλώσσες μπορούσα. Εδώ αγαπημένος μου ήταν και θα μείνει εκείνος που με το κνούτο και τη σιδερογροθιά, και με τη στεντόρεια φωνή του βεβαίως, κατάφερε να ταρακουνήσει και ν’ ανοίξει το λιπαρό κρανίο του κόσμου (παραφράζω, φυσικά). Ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι.

Επιχειρήσατε ποτέ ως παιδί να γράψετε δικές σας ιστορίες;
Ναι, πολλές φορές. Αλλά τις άφηνα στη μέση. Θα τολμήσω πάντως να πω ότι οι εκθέσεις μου ήταν δείγματα γραφής και αποδείξεις βιβλιοφιλίας. Αλλά και αργότερα ασχολήθηκα με τη γραφή. Έχω τετράδια γεμάτα με ιστορίες μισοτελειωμένες, και κάποια ποιήματα. Θυμάμαι κάποτε, στα γυμνασιακά χρόνια, καθόμασταν με τον καλό μου φίλο και σπουδαίο ζωγράφο Χρήστο Μποκόρο σε πατάρια καφετεριών στο Αγρίνιο (για κάνα τσιγάρο στα κρυφά) και είχαμε ένα μεγάλο τετράδιο όπου γράφαμε ποιήματα. Άλλες εποχές.

Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σας με τη μετάφραση;
Επέστρεψα από τη Σουηδία το 1995, έκανα αιτήσεις σε πανεπιστήμια να με δεχθούν για να διδάξω και να κάνω ταυτόχρονα και το διδακτορικό μου – κάτι που στη Σουηδία γινόταν. Εις μάτην. Υποσχέσεις και τίποτ’ άλλο. Τότε κάποιος μου πέταξε την ιδέα της μετάφρασης. Διάβαζα πολύ Βίττγκενσταϊν τότε, άλλωστε με αυτόν είχα ασχοληθεί κυρίως όταν έκανα φιλοσοφία της γλώσσας. Πήγα και βρήκα τον Κωστή Μ. Κωβαίο, αναγνωρισμένο μεταφραστή του βιτγκεσταϊνικού έργου, διδάκτορα φιλοσοφίας και αρχιτέκτονα. Εκείνον τον καιρό είχα τελειώσει την ανάγνωση του βιβλίου του Ρέι Μονκ «Λούντβιχ Βίττγκενσταϊν: το χρέος της ιδιοφυΐας». Ο Κωστής μού πρότεινε να το μεταφράσω και να επιμεληθεί αυτός τη μετάφραση. Έτσι βγήκε ένα αξιόλογο έργο στα ελληνικά, από τις πολύ καλές εκδόσεις SCRIPTA της Χρύσας Γεωργακοπούλου, για το οποίο οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Ο Κωστής παραμένει στενός φίλος και δάσκαλός μου.

Steiner George «Μετά τη Βαβέλ», Μετάφραση: Γρηγόρης Κονδύλης

Τι είναι για εσάς η μετάφραση;
Μόχθος, πάλη, αγώνας από τον οποίον δεν βγαίνεις ποτέ νικητής. Επίτρεψέ μου να μεταφέρω τα λόγια του επίσης αγαπημένου συνεργάτη και δασκάλου Άρη Μπερλή, που χάσαμε νωρίς, στον «Πρόλογο του επιμελητή» στο «Μετά τη Βαβέλ» του Στάινερ σε δική μου επίσης μετάφραση: «Η αποτίμηση της απόπειρας του Κονδύλη θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη την εύλογη προειδοποίηση του ίδιου του Στάινερ (που είναι και μελαγχολική πεποίθηση κάθε δόκιμου μεταφραστή) ότι η πραγμάτωση της τέλειας μετάφρασης είναι κάτι ανέφικτο, ένα ιδεώδες προς το οποίου τείνουμε μόνο. [Αυτό που δεν επιτυγχάνεται, είναι το ιδεώδες του τέλειου αντιστοίχου, ή μιας επανα-λήψεως μιας επαν-αιτήσεως, η οποία δεν συνιστά, ωστόσο, ταυτολογία. Δεν υπάρχει κανένα τέτοιο απόλυτο “κείμενο σωσίας”.] Ωστόσο, πιστεύω ότι η περίφημη τέταρτη κίνηση, η “αποκατάσταση της ισορροπίας” κατά το τετράπτυχο μοντέλο του Στάινερ, έχει επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό». (Μετά τη Βαβέλ, σελ 27-28).

 

Δεν πιστεύω σε θεωρίες, δεν θα βοηθήσουν τον μεταφραστή στη δουλειά του. Οι θεωρίες μετάφρασης και μεταφρασεολογίας είναι κανονιστικές περιγραφές μιας δουλειάς που μπορεί να γίνει χωρίς αυτές. Γι’ αυτό μπορεί να υπάρξουν δύο εξίσου καλές μεταφράσεις ενός βιβλίου∙ η Πετρούπολη του Μπέ(ι)λι είναι έξοχο παράδειγμα. Νομίζω ότι ο Στάινερ έλυσε το θέμα της μετάφρασης μια για πάντα με το «Μετά τη Βαβέλ». Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο αυτό αποκαλείται ανεπίσημα Βίβλος της μετάφρασης. Η μετάφραση, λοιπόν, είναι πολύ προσωπική υπόθεση. Καμία θεωρία και κανένα βιβλίο δεν θα μας εξηγήσει ποτέ τι συμβαίνει στο μυαλό ενός μεταφραστή την ώρα της μετάφρασης. Η μόνη περιγραφική θεωρία που θα μπορούσε να υπάρξει θα ήταν εκείνη που θα είχε συμπεριλάβει όλες τις μεταφράσεις του κόσμου μέχρι σήμερα σε ένα Σύμπαν Μπορχεσιανής Βιβλιοθήκης και θα έμπαινε στον κόπο να ανακαλύψει εκεί μέσα τις «οικογενειακές ομοιότητες» κατά το βιττγκενσταϊνικό πρότυπο. Πράγμα εντελώς ανέφικτο. Άλλωστε το έργο της μετάφρασης είναι work in progress, κάτι που δεν τελειώνει ποτέ και δεν μπορεί να μπει στο μικροσκόπιο. Να γιατί όταν ξανακοιτάμε τη μετάφραση που έχουμε κάνει, πάντα κάτι αλλάζουμε, αν δεν πούμε κάπου στοπ.

Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείτε όταν μεταφράζετε; Ποια είναι τα απαραίτητα που έχετε πάντα μαζί σας για να ξεκινήσετε; Έχετε πρόγραμμα που ακολουθείτε πιστά;
Τα δύσκολα βιβλία τα διαβάζω πριν να τα μεταφράσω. Κρατάω σημειώσεις για πιθανές αποδόσεις λέξεων και φράσεων και, αν χρειαστεί κάνω και έρευνα, σε θέματα που αναφέρονται στο βιβλίο ώστε να ξέρω για ποιο πράγμα μιλάω. Τα απαραίτητα; Τα βιβλία μου, τα κομπιούτερ μου, και διάθεση. Πρόγραμμα: Ξυπνώ στις 3 ή 4 το πρωί και αρχίζω − κι όσο αντέξω.

Ποιες είναι οι βασικές αρχές που πρέπει να ακολουθεί πιστά ένας μεταφραστής;
Γιατί θα πρέπει να υπάρχουν κάποιες αρχές παντού και πάντα; Η καλή γνώση των γλωσσών αρκεί. Και φυσικά γενικές γνώσεις και έρευνα πάντοτε για κάτι που δεν είμαστε σίγουροι. Το να βαριέται κανείς να ψάξει είναι μεγάλο λάθος που οδηγεί αναπόφευκτα σε αυτό που ονομάζουμε «πατάτα». Τις προάλλες είδα την έκφραση «το σαΐνι του Όκαμ», μυαλό ξυράφι ο τύπος. Έλεος. Κοιτάξτε. Λάθη πάντα θα γίνονται. Όταν ήταν ενάμισι έτους ο γιος μου και τον φυλούσα εγώ, γιατί είχε αρχίσει να δουλεύει ξανά η γυναίκα μου, έκανα μια μετάφραση για την οποία ντρέπομαι. Έκανα λάθη σε απλά πράγματα. Ακόμη κοκκινίζω όταν το σκέφτομαι. Αλλά κάποιος έπρεπε να προσέχει και τον μικρό που εκείνη την εποχή δοκίμαζε τη γκάμα όλων των ουρλιαχτών και κραυγών που μπορούσε να εκτελέσει. Λάθη κάνουν ακόμη και οι καλοί μεταφραστές. Μια στιγμή να πάει αλλού το μυαλό, την έχασες τη λέξη ή την έκφραση.

«1793» του Νίκλας Νατ οκ Νταγκ

Έχετε πάντα την ίδια αγωνία αν θα καταφέρετε να αποδώσετε σωστά το κείμενο και το ύφος του συγγραφέα; 
Όχι πια. Τους περισσότερους συγγραφείς που μεταφράζω τους ξέρω. Όταν θα μεταφράσω κάποιον για πρώτη φορά θα μου πάρει βέβαια περισσότερο χρόνο. Το 1793 του Νίκλας Νατ οκ Νταγκ (του Νικόλα Νυχθήμερου, όπως τον αποκαλώ) το υπολόγιζα για 3,5 μήνες και μου πήρε 5 και πλέον. Δεν ήταν εύκολη δουλειά. Άσε που βγαίνεις και εκτός προϋπολογισμού. Αν και πρέπει να πω ότι για μένα δεν υπήρξε τέτοιο πρόβλημα μια που ο εκδότης και φίλος Νώντας Παπαγεωργίου, είναι γαλαντόμος άνθρωπος.

Η μετάφραση είναι μια επίπονη, μοναχική και απαιτητική διαδικασία. Έχουν υπάρξει στιγμές που θέλετε να τα παρατήσετε; Ή που μετανιώσατε γι αυτό το μονοπάτι που ακολουθήσατε;
Ναι, είναι όλα αυτά που λες. Αλλά να τα παρατήσω; Γιατί; Και όπως εξήγησα, δεν επέλεξα εγώ τη μετάφραση. Προξενιό ήταν. Μετά την ερωτεύτηκα.

Τα βιβλία που μεταφράζετε τα διαβάζετε όταν εκδοθούν;
Ναι, στα γρήγορα, γιατί δεν έχω αρκετό χρόνο.
Αλλά εδώ επίτρεψέ μου να βγω εκτός θέματος για να πω κάτι σημαντικότερο: Ότι καμιά φορά θυμώνω με τον επιμελητή ή την επιμελήτρια. Συμβαίνουν αυτά. Διορθώνουν κάτι που δεν πρέπει και αφήνουν αδιόρθωτο κάτι που βγάζει μάτι. Αλλά, ξέρεις τώρα, είναι μια σχέση αγάπης-μίσους η σχέση μεταφραστή επιμελητή. Χαίρομαι πολύ όμως όταν γίνεται σωστά η συνεργασία και σίγουρα είναι καλύτερο και το αποτέλεσμα. Με αυτούς τους συνεργάτες πάντα τα βρίσκουμε στο τέλος. Στενοχωρώ καμιά φορά και την εκλεκτή και φίλτατη Ειρήνη, την υπεύθυνη έκδοσης λογοτεχνικών και επιστημονικών βιβλίων, έναν άνθρωπο υπέροχο και δράττομαι της ευκαιρίας να της πω κι από εδώ ένα συγγνώμη για όσες φορές τη φέρνω σε δύσκολη θέση.
Επίσης εδώ πρέπει να εκφράσω μια άποψή που έχω συζητήσει πολλές φορές. Θεωρώ ότι η εμμονή ορισμένων με τον Τριανταφυλλίδη, τον Μπαμπινιώτη και άλλες γραμματικές πνίγουν τη γλωσσοπλαστική ικανότητα που μπορεί να διαθέτει ένας μεταφραστής. Βλέπω κάτι ισοπεδώσεις σε όμορφες προτάσεις άλλο πράγμα, ανατριχίλα σε πιάνει. Εμένα η ομορφιά στη γλώσσα, μια πρωτότυπη λέξη ή έκφραση, με συγκινούν αφάνταστα.Πρέπει να μάθουμε να δεχόμαστε το καινούργιο, εφόσον στέκει μια χαρά αλλά είναι απλώς πρωτότυπο. Το μεγαλύτερο κακό θα είναι να μας αφήσει πίσω η γλώσσα. Αν δεν τολμούσα να χρησιμοποιήσω τέτοιες λέξεις, πώς θα μπορούσα να μεταφράσω την τριλογία του Γενς Λαπίντους;

Πείτε μας πέντε βιβλία που σας δυσκόλεψαν πολύ στη μετάφρασή τους και γιατί;
Ανέφερα ήδη το «1793 − Όταν ξέσπασε η βία». Ακολουθούν το «Λούντβιχ Βίττγκενσταϊν: το χρέος της μεγαλοφυΐας», το «Μετά τη Βαβέλ», το «Σκληρά παιχνίδια για σκληρά αγόρια» του Γουίλ Σελφ, το «Σίλας Μάρνερ» της Τζορτζ Έλιοτ. Δύσκολα είτε στο ύφος είτε στη γλώσσα.

Έχετε ζηλέψει βιβλία που έχουν μεταφράσει συνάδελφοί σας;
Κάποτε είχα προτείνει σε κάποιον εκδοτικό οίκο με τον οποίον συνεργαζόμουν μια τριλογία. Αρνήθηκαν να τη μεταφράσουν, τους φάνηκαν ογκώδη τα βιβλία, έλεγαν ότι δεν θα έπιαναν στην Ελλάδα. Μετά τα πήρε ο Ψυχογιός και τα μετέφρασε. Ευτυχώς πέρασαν από τα χέρια ικανότατου μεταφραστή, του Γιώργη του Μαθόπουλου. Ναι, θα ήθελα πολύ να τα είχα μεταφράσει. Ήταν η τριλογία του Στιγκ Λάρσον. Θα ήθελα να είχα μεταφράσει και όλα του Χένινγκ Μάνκελ, αλλά κι αυτά έπεσαν σε χέρια εξαίρετου συναδέλφου, του Λύο Καλοβυρνά. Υπάρχουν όμως βιβλία που δεν έχουν μεταφραστεί. Τα περισσότερα του Γιαν Γκιγιού. Πρέπει να ολοκληρωθεί η δεκαλογία των Χουέβαλ-Βαλέ. Να ολοκληρωθεί το έργο του Άρνε Νταλ. Υπάρχουν έτοιμες μεταφράσεις που δεν εκδόθηκαν, όπως το «Είναι ο Σουηδός άνθρωπος;» Όπως το «Ο εχθρός μέσα μας» του Γκιγιού. Θα ολοκλήρωνα τη σουίτα τεσσάρων μυθιστορημάτων του Σβεν Ντέλμπλανκ με τον γενικό τίτλο «Οι κάτοικοι του Χέντεμπυ», ένας από τους καταπληκτικότερους συγγραφείς της Σουηδίας. Δεν μεταφράσαμε ποτέ βιβλία του μέλους της Σουηδικής Ακαδημίας Κλας Έστεργκρεν, όπως τους «Τζέντλεμεν» και τους «Γκάνγκστερς». Και άλλα πολλά, πάμπολλα.

Έχετε μπει ποτέ σε πειρασμό να γράψετε το δικό σας μυθιστόρημα;
Ε, καλά τώρα. Τι ερώτηση κι αυτή. Με αυτή τη σκέψη ζω από τότε που κατάφερα να πιάσω μολύβι στα χέρια (λέμε τώρα…) Γιατί άλλωστε να υπάρχουν τόσες μισοτελειωμένες ιστορίες λες; Η βασική ιστορία υπάρχει εκεί, αλλά… Μπορεί να μη γίνει ποτέ. Ξέρεις, δεν θα χάσει η Βενετιά βελόνι αν δεν γράψω και εγώ κάτι.

Ποιο είναι το προσωπικό σας top 3 βιβλίων που έχετε μεταφράσει;
Τρία; Γιατί τρία; Πολύ περισσότερα. «Φλέγομαι», «Βίττγκενσταϊν», «Μετά τη Βαβέλ», «1793», «Μίσος και αίμα», «Τα μπλουζ της Ευρώπης», «Σίλας Μάρνερ», «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», «Ο μαγικός φανός», «Είναι ο Σουηδός άνθρωπος;» και άλλα πολλά.

Υπήρξαν δύσκολες στιγμές στη ζωή σας που η μετάφραση αποδείχθηκε για εσάς καταφύγιο; Έχετε συνδέσει βιβλία που μεταφράζετε με έντονες στιγμές της ζωή σας;
Όχι ακριβώς, αλλά συνέβη το εξής με το «Φλέγομαι» του Τούρμπγιερν Σέβε, μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του Μαγιακόφσκι. Όταν το είχα πρωτοδιαβάσει βρισκόμουν σε πολύ δύσκολη φάση στη ζωή μου. Ο τρόπος με τον οποίον ο Βλαδίμηρος αντιμετωπίζει το «όχι» της Μαρίας στην Οδησσό, ο χειμαρρώδης έρωτάς του με τη Λίλια Μπρικ και η ακαταμάχητη επαναστατικότητά του, ο τρόπος με τον οποίο απευθύνεται σε ανθρώπους, θεούς και δαίμονες (ήταν υπέροχος σε αυτό το βιβλίο του ο Τούρμπγιερν Σέβε!) κατάφεραν να επουλώσουν πολλά μέσα μου, κι όταν ήρθε η ώρα να το μεταφράσω ήταν ήδη έτοιμο στο μυαλό μου, απλώς το ξεφούρνισα ζεστό-ζεστό και βγήκε υπέροχο, ας μου επιτραπεί να πω.Ποιο βιβλίο μεταφράζετε αυτή την περίοδο;
Το «1794» (εκδ. Μεταίχμιο), παρακαλώ, του Νίκλας Νατ οκ Νταγκ ξανά, κι έχει δρόμο πολύ μπροστά. Το χαίρομαι όμως.

Έχετε χρόνο ή διάθεση για να διαβάζετε άλλα βιβλία;
Δυστυχώς. Ό,τι προλαβαίνω να ξεκλέψω από χρόνο το αφιερώνω σε αναζητήσεις. Τέσσερις μέρες έψαχνα για να βρω πώς θα απέδιδα μια λέξη που αφορούσε μια νομισματική μονάδα του 1794. Όταν θα διαβάσετε το βιβλίο θα καταλάβετε πόση έρευνα χρειάστηκε. Ο συγγραφέας το έγραφε όπως το είχε βρει σε βιβλίο εκείνης της εποχής, στα σουηδικά, κι άλλη εξήγηση δεν δινόταν. Έπειτα από 4 ημέρες και έχοντας μάθει τα πάντα για τα νομίσματα της εποχής εκείνης, συνειδητοποίησα ότι ο συγγραφέας του παλιού βιβλίου κατέγραφε όπως είχε ακούσει μια παραφθαρμένη εκδοχή της πραγματικής ονομασίας του νομίσματος, στην κρεολική εκείνης της περιοχής. Περισσότερα στο βιβλίο και στο «Σημείωμα του μεταφραστή». Όταν πέφτω στο κρεβάτι έχω καμιά δεκαριά βιβλία που διαβάζω, λίγο το ένα, λίγο το άλλο, αλλά μέχρι εκεί.

Αγαπημένες τηλεοπτικές σειρές.
Ναι, κάμποσες. Αν και πάλι δεν υπάρχει πολύς χρόνος. Πάντως παρακολουθώ πολλές σκανδιναβικές σειρές και ταινίες, αλλά και γερμανικές. Καλό είναι να ακούω και τη γλώσσα πού και πού, αν και ακούω σχεδόν καθημερινά ειδήσεις από το σουηδικό ραδιόφωνο. Εντάξει τώρα, να μη λέμε τα γνωστά, τη «Γέφυρα» σε όλες τις παραλλαγές, το «Forbrydelsen», «Borgen», «Arne Dahl», «Walander» και άλλες.

Αγαπάτε τη ζωγραφική. Ποια είναι η σχέση σας μαζί της και ποιους ζωγράφους ξεχωρίζετε;
Με τη ζωγραφική ήρθα σ’ επαφή μέσα από διαβάσματα που έκανα λόγω δουλειάς. Από σοσιαλιστικό ρεαλισμό μέχρι κυβισμό και πάει λέγοντας. Μου αρέσει ο συμβολισμός, το καλαίσθητο γυμνό. Μου αρέσουν παλιοί ζωγράφοι, νατουραλιστές, αλλά και σύγχρονοι. Για να εξηγηθώ: δεν είναι η κριτική μου ικανότητα που με οδηγεί να διαλέξω έναν πίνακα που θ’ ανεβάσω στο FB για να πω μια καλημέρα, είναι μόνο το μάτι μου και η διάθεσή μου τη συγκεκριμένη στιγμή.

Εκτός από τη μετάφραση, τι σας δίνει ενέργεια; Τι σας ψυχαγωγεί και σας ξεκουράζει;
Ταινίες, σειρές, βιβλία, αλλά κυρίως καμιά μπίρα (ή πολλές) με την παλιοπαρέα. Μου αρέσει βέβαια και μια καλή κουβέντα με ανθρώπους που ξέρουν να συζητούν – δυσεύρετο είδος τώρα τελευταία.

Ο μεγαλύτερος φόβος και η ασπίδα σας απέναντι σε αυτόν;
Ο ίδιος ο φόβος (ξέρω… κλισέ του κερατά είναι). Φοβάμαι όσα όλος ο κόσμος.

Εξι επί δύο» Arne Dahl (εκδόσεις Μεταίχμιο) με τη ματιά του Γρηγόρη Αζαριάδη

Από το μπλογκ Λογοτεχνικά σοκάκια της καλής φίλης Κέλλης Κρητικού

https://logotexnikasokakia.blogspot.com/2019/11/arnedahl62.html?spref=fbfbclid=IwAR24b_nCHp9AN9OSx6DG26yuvCgqY2qBzvJQ_BOgr6TKlvF9goJ03-Shq4Q

 

 

Μ’ ένα τεράστιο ευχαριστώ στον φίλτατο συγγραφέα Γρηγόρη Αζαριάδη

Image may contain: text

Το αστυνομικό στην επόμενη πίστα

Ο Αρνε Νταλ ξαναχτυπά! Το «Εξι επί δύο» (εκδόσεις Μεταίχμιο, σελίδες 482, σε μετάφραση Γρηγόρη Κονδύλη) αποτελεί το δεύτερο μέρος της τετραλογίας του συγγραφέα και πιστοποιεί για μία ακόμη φορά ότι ο Νταλ ανήκει δικαιωματικά στην κορυφαία ελίτ του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος.

Το ξεκίνημα της ιστορίας βρίσκει τον Σαμ Μπέργερ και τη Μόλι Μπλουμ χαμένους στο βορειότερο άκρο της Σουηδίας, σ’ ένα σημείο που βρίσκεται πιο μακριά από κάθε τελευταίο όριο, από κάθε εσχατιά πολιτισμού. Και συγκεκριμένα στον νοτιοανατολικό όρμο της λίμνης Κομπτογιάουρε, στο εθνικό πάρκο Παντελάντα. Εκεί, στον «πόλο μη προσβασιμότητας», παίζεται η τελευταία πράξη του δράματος, καθώς η Μόλι παλεύει απεγνωσμένα για την επανεκκίνηση του Μπέργερ και την επάνοδό του σε φυσιολογικά επίπεδα μετά τα ψυχολογικά θέματα που αντιμετώπισε στην προηγούμενη υπόθεσή τους (στο προηγούμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα, το «7-1»). Σ’ ένα σχεδόν εξωπραγματικό τοπίο όπου κυριαρχούν ισοπεδωτικά το χιόνι και το σκοτάδι. Οι δύο αστυνομικοί είναι αναγκασμένοι να κινούνται με μέγιστη προσοχή και μόνο τις ώρες μεταξύ δύο διαδοχικών διαβάσεων των δορυφόρων για να μην εντοπιστούν, δεδομένου ότι αμφότεροι ποζάρουν αυτάρεσκα στην κορυφή της λίστας των καταζητούμενων των υπηρεσιών ασφαλείας της χώρας, της διαβόητης ΥΠΑΣ.

Μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα οι δύο αστυνομικοί θα αναλάβουν μια «ειδική αποστολή», που τους αναθέτει η Ντεζιρέ Ρούσενκβιστ, παλιά συνεργάτρια του Μπέργερ, γνωστή με την προσωνυμία Ντίαρ. Πρόκειται για μια δολοφονία μιας μητέρας και του μικρού γιου της, όπου, όπως αποκαλύπτεται αρκετό καιρό μετά, ο άνθρωπος που έχει συλληφθεί και φυλακιστεί είναι αθώος. Η αναψηλάφηση της υπόθεσης οδηγεί στην κατεύθυνση της ύπαρξης ενός serial killer, που έχει αρκετά ακόμη θύματα στο παλμαρέ του και τη φιλοδοξία να συνεχίσει να προσθέτει και άλλα στο ενεργητικό του. Ο Μπέργερ και η Μπλουμ θα αποδυθούν σ’ ένα άκρως επικίνδυνο κυνηγητό του serial killer, καθώς τα στοιχεία που έρχονται στην επιφάνεια περιπλέκουν την υπόθεση και οι διαδοχικές ανατροπές αναγκάζουν τους αστυνομικούς να αναθεωρούν συνεχώς την οπτική και τους στόχους τους. Η προσπάθειά τους δυσχεραίνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι είναι αναγκασμένοι να κινούνται στο σκότος, μια και είναι περιζήτητοι καταζητούμενοι και μπορούν να ελπίζουν μόνο στην άτυπη βοήθεια από τη Ρούσενκβιστ. Δεν θα δώσω περισσότερα στοιχεία για την πλοκή του μυθιστορήματος. Αλλωστε, η σκοτεινή ατμόσφαιρα, η συνεχής αβεβαιότητα για τις εξελίξεις και οι ανατροπές αποτελούν ισχυρό πόλο έλξης για τον αναγνώστη, που είναι προτιμότερο να ακολουθήσει την πλοκή γνωρίζοντας όσο το δυνατό λιγότερα και να αφεθεί έρμαιο να ταξιδέψει στον δαιδαλώδη λαβύρινθο που έχει χτίσει ο ευφυέστατος εγκέφαλος του συγγραφέα.

Στην περσινή του επίσκεψη στην Αθήνα και με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του «7-1», του πρώτου μέρους της τετραλογίας του, ο Νταλ μου είχε εκμυστηρευτεί ότι αυτή ακριβώς η τετραλογία αποτελεί κομβικό σημείο στη συγγραφική του πορεία, καθώς σηματοδοτεί τη «μετάβαση» από την Ευρώπη και την επιστροφή του στις ρίζες… Στα τεκταινόμενα στην κοινωνία της Σουηδίας. Ελεγε τότε: «Εχω πειστεί ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν θα καταφέρει να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα μεγάλα κοινωνικά θέματα της εποχής μας, αλλά σε τελική ανάλυση είναι το καλύτερο πράγμα που έχουμε». Εξ ου και η στροφή του στα κοινωνικά θέματα της χώρας του.

Αλλαγή ύφους

Αυτή η «μετάβαση» στο τοπικό επίπεδο συνοδεύεται και από την αντίστοιχη αλλαγή στο ύφος του συγγραφέα. Εχω την αίσθηση ότι ο Νταλ περιορίζει σε δεύτερο επίπεδο τη μοναδική λογοτεχνίζουσα γραφή, λες και την εγκαταλείπει σαν τη δική του πολιτιστική κληρονομιά στην Ευρώπη, και υιοθετεί έναν καινούργιο τρόπο γραφής, που είναι πραγματικά δύσκολο να περιγραφεί. Σε πρώτη ανάγνωση, φαίνεται ότι προσεγγίζει το στυλ της σύγχρονης σκανδιναβικής σχολής. Πολυδαίδαλη πλοκή, αρκετές ανατροπές στην εξέλιξη της υπόθεσης, σκοτεινή ατμόσφαιρα, σκληρές αιματοβαμμένες σκηνές και ο γνωστός καταιγιστικός ρυθμός που παραπέμπει στην οπτική των σύγχρονων τηλεοπτικών σειρών.

Ο Νταλ είναι μοναδικός δεξιοτέχνης του λόγου, ίσως ο κορυφαίος ποιοτικά σύγχρονος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων στην Ευρώπη. Ο τρόπος γραφής του ξεχωρίζει. Είναι ένα επίπεδο πιο ψηλά από τους υπόλοιπους ομότεχνούς του. Κι αυτό φαίνεται περισσότερο όχι στις σκηνές δράσης, αλλά στις περιγραφές συναισθημάτων και γενικότερα στη σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των χαρακτήρων του. Πρωταγωνιστών, αλλά και δεύτερων ρόλων.

Ο Σαμ Μπέργερ και η Μόλι Μπλουμ αποτελούν ένα εξαιρετικό δίδυμο πρωταγωνιστών που έχει έρθει για να μείνει πολύ καιρό κοντά μας. Η σχέση τους, τα σκοτεινά μυστικά τους, η αμφισβήτηση των προθέσεών τους, η κρίση εμπιστοσύνης, όλα αυτά συγκρούονται με την αλληλεγγύη, την υποστήριξη μέχρις εσχάτων και την ισχυρή υποσυνείδητη έλξη ανάμεσά τους. Αν διαβάσεις πίσω από τις γραμμές του κειμένου, θα ανακαλύψεις ότι τα συναισθήματα τους αποτυπώνονται με ανάγλυφο τρόπο και θα βρεις τα κίνητρα που υπαγορεύουν τις πράξεις τους. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για την Ντίαρ, την αρχιεπιθεωρήτρια Ρούσενκβιστ.

Κάτω από την επιφάνεια

Το ύφος του Νταλ, που πέραν του «προσωπικού» τρόπου γραφής και την πολυπλοκότητα της πλοκής, αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στο ψυχογράφημα και στην εσωτερική υπόσταση των χαρακτήρων, απαιτεί μεγάλη ένταση και αφοσίωση στην ανάγνωση του μυθιστορήματος. Οπως και στα προηγούμενά του, ο συγγραφέας απαιτεί τη συμμετοχή, τη συνέργεια του αναγνώστη, που πρέπει να κατορθώσει να διεισδύσει κάτω από την επιφάνεια του κειμένου για να ανακαλύψει τον κρυμμένο θησαυρό. Το «Εξι επί δύο» είναι ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής ενός κορυφαίου ποιοτικά συγγραφέα και έτσι ακριβώς πρέπει να αντιμετωπιστεί. Θα πρέπει βέβαια να έχουμε στο μυαλό μας ότι το συγκεκριμένο αποτελεί το δεύτερο μέρος της Τετραλογίας, πράγμα που αποτυπώνεται και στο τέλος του μυθιστορήματος. Κλείνοντας, θέλω να κάνω ιδιαίτερη μνεία στη μετάφραση του Γρηγόρη Κονδύλη. Σε ένα ακόμη μυθιστόρημα του Νταλ, ο μεταφραστής του ακολουθεί πιστά τα βήματα του αγαπημένου του συγγραφέα, αποδίδει στον μέγιστο βαθμό τη μοναδικότητα του κειμένου και απογειώνει την αναγνωστική απόλαυση.

Γρηγόρης Αζαριάδης

Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το “Βιβλιοδρόμιο” της εφημερίδας “Τα Νέα”

West Of Liberty | Väster om friheten – Season 1

 

Βασισμένο στο Δυτικά της ελευθερίας του Τούμας Ένγκστρεμ, εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση δική μου.

Η σειρά έχει αρχίσει να προβάλλεται από τον Φεβρουάριο του 2019. Αναμένουμε…

 

west_of_liberty.jpg

West Of Liberty | Väster om friheten – Season 1

https://www.imdb.com/title/tt7520178/?ref_=ttep_ep_tt

 

 

1.
Faye Morris witnesses the murder of three Americans in Marrakech so flees to Berlin, where she contacts the American embassy. The CIA chief in Berlin, Clive “GT” Barnes, discovers that those murdered in Morocco were members of the whistleblower organisation Hydraleaks and contacts former Stasi agent Ludwig Licht to arrange a meeting with Faye.

2.
GT finds out that the CIA plans to fire him and it turns out that the US ambassador is on the list of those who leaked information to Hydraleaks. Pavel pressures Licht and Faye flees from his apartment to hide with her friend Linda instead. But there is a surprise waiting.

3.
Gell hides out at the Syrian embassy and GT realises that it will be difficult to get him out of there. Faye seeks protection at the Harriman residence but is rejected. Instead, Licht takes her home to GT where she is hidden. Pavel announces that he intends to reach Licht through Faye, and Licht is forced to act.

4.
GT tries to persuade the leader of the Syrian refugees to attack the Syrian embassy in order to smoke out Gell. Harriman offers Faye full immunity in exchange for the list of names, but she is doubtful. Licht starts planning an attack on the embassy.

5.
Fran Bowden makes Faye an offer. Almond has reservations about the embassy attack, to which GT reacts badly. Licht tells Gemayel’s men Gell is to be taken alive. The demonstration outside the embassy turns violent, but Licht makes it inside.

6.
Gell is put in a precarious situation when placed in custody with the Syrian protesters. Licht manages to escape and picks up Faye to get her to safety. He seeks sanctuary in Sweden but gets an unpleasant surprise there.

STIEG LARSSON.ΑΚΤΙΒΙΣΤΗΣ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ. Από την ομιλία στην εκδήλωση του Σουηδικού Ινστιτούτου (Β’ Μέρος)

ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Stieg larsson color

Οι διακρίσεις και τα εγκλήματα προκατάληψης κάθε είδους (από εξύβριση και παρενόχληση μέχρι φόνο) απέναντι σε διάφορες κοινωνικές ομάδες -κυρίως γυναίκες, ομοφυλόφιλα άτομα και γενικά σε όσους δεν ταιριάζουν στις κυρίαρχες πολιτισμικές νόρμες- απασχολούν, επίσης, τον Λάρσον. Τα μέσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να περιγράψει αυτές τις διακρίσεις και τα εγκλήματα είναι η απαξιωτική γλώσσα κάποιων χαρακτήρων του, κυρίως εναντίον γυναικών και ομοφυλόφιλων, και η παραστατική απεικόνιση σεξουαλικής και φυσικής βίας (στην οποία θα επανέλθουμε στη συνέχεια).

Σχετικά με το σεξ τράφικιν: Στο βιβλίο «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά», δεύτερο μέρος της τριλογίας, ο  Λάρσον ασχολείται και με το σεξ τράφικιν και την πορνεία και ασκεί κριτική στις πολιτικές που ακολουθούνται για την αντιμετώπισή τους και στο σχετικό νομικό πλαίσιο. Θεωρεί ότι οι νόμοι έχουν περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα και απλώς ικανοποιούν το «κοινό αίσθημα», χωρίς να αντιμετωπίζουν ουσιαστικά τα σχετικά εγκλήματα. Αποδίδει σε μεγάλο βαθμό την αναποτελεσματικότητα…

View original post 932 more words

STIEG LARSSON.ΑΚΤΙΒΙΣΤΗΣ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ. Από την ομιλία στην εκδήλωση του Σουηδικού Ινστιτούτου (Α’ μέρος)

ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

stieg-larsson-415

Στις 30 Οκτωβρίου  το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών διοργάνωσε εκδήλωση με θέμα Stieg Larsson. Ακτιβιστής, δημοσιογράφος, συγγραφέας, με ευκαιρία τη συμπλήρωση 15 χρόνων από τον θάνατο του συγγραφέα. Οι ομιλητές, Νίκος Γεωργιάδης και Βαγγέλης Γιαννίσης, ασχολήθηκαν με τη θεματολογία και τους χαρακτήρες του Λάρσον, αντίστοιχα. Παρακάτω δημοσιεύεται το πρώτο μέρος της ομιλίας σχετικά με τη θεματολογία της τριλογίας «Millennium», όπως εκφωνήθηκε, χωρίς περαιτέρω επιμέλεια και βιβλιογραφικές παραπομπές. Το κείμενο στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε όσα αναφέρονται σχετικά με τον συγγραφέα και το έργο του στο βιβλίο «Σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία. Όψεις της κοινωνίας και της πολιτικής».

Αν μου ζητούσαν να πω με λίγες λέξεις τι πιστεύω για τον Στιγκ Λάρσον θα επαναλάμβανα ένα απόσπασμα από κείμενο του Βρετανού δημοσιογράφου, συγγραφέα και κριτικού Μπάρυ Φόρσοου, που έχω αναφέρει και άλλες φορές και θα μπορούσε, ίσως, να αποτελέσει το συμπέρασμα της σημερινής ομιλίας: «Πολλοί σχολιαστές διεθνώς περιγράφουν την αύξηση της δημοτικότητας της σουηδικής (και…

View original post 1,197 more words