En man som heter Ove: Πώς να μεταφράζεται άραγε;

Όλοι οι μεταφραστές κάνουν λάθη.Είναι αλήθεια, πικρή αλήθεια αλλά έτσι είναι.
Εν πάση περιπτώσει το βιβλίο (και η ταινία αργότερα) με τον τίτλο En man som heter Owe στα αγγλικά είχε τον τίτλο A Man Called Ove, το ίδιο και η ταινία νομίζω, αν και η ταινία στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο Ο κύριος Όβε.
Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά, προφανώς από τα αγγλικά (μετφρ Βασιλική Κωστάκη), από τις εκδόσεις Πασχαλίδη με τον τίτλο Ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Οβ! 9789963258833-200-1178789

Μην ρωτήσετε αν το Οβ είναι αμερικανιά για το Οβελίξ, δεν είναι. Το όνομα είναι ΟΥΒΕ, Ούβε! Ούτε Οβ ούτε Όβε. Διότι απλούστατα είναι σκανδικανβικό, καραμπινάτο σκανδιναβικό (με μια περίπλοκη δανική καταγωγή ) και μόνον Ούβε προφέρεται. Μόνον ο Άγγλος θα το προφέρει Όβαα… Αλλά ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ Οβ.
Κι αν θέλουμε να είμαστε εντάξει με τον πρωτότυπο τίτλο μάλλον πρέπει να το μεταφράσουμε Ένας άντρας που τον λένε Ούβε ή Ένας άντρας ονόματι Ούβε. Το man στα σουηδικά μπορεί να έχει και τη σημασία “άνθρωπος” ενίοτε αλλά με πολύ μικρότερη συχνότητα από όση στα αγγλικά. Ωστόσο είναι φανερό ότι η επιλογή κι εδώ είναι από την αγγλική γλώσσα. Λογικό.

Πάντως όλοι σήμερα γνωρίζουν το Forvo όπου μπορεί κανείς να ακούσει πώς προφέρονται τα περισσότερα ονόματα των οποίων την προφορά δεν ξέρουμε.
Ψιόπράγματα θα μου πείτε. Ναι. Δεν ξέρω όμως αν κάποιος που λέγεται Γιάννης θέλει να βλέπει το όνομά του γραμμένο Γκιάννες ή γιατί όχι Γκίνες… Μετά τον κατήφορο δεν υπάρχει σταματημός…
Είναι σαν τον Γιέραν Πέρσον τον Σουηδό πρωθυπουργό, τον οποίον ο ελληνικός Τύπος, κατά πλειονότητα, τον έγραφε Γκόραν, κάνοντας τον Γιουγκοσλάβο.

 

Advertisements

Η ανοικτή επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη

 

«Σύντροφε Αλέξη, σε παραδέχομαι, γιατί είσαι μάγκας. Ο πιο μεγάλος μάγκας στην Ελλάδα από το 450 π.Χ. έως σήμερα. Γιατί κάνεις ό,τι θέλεις χωρίς να λογαριάσεις κανένα.

»Παίρνεις το προσωπικό σου αεροπλάνο, το γεμίζεις με φίλους και φίλες και πας στην Κούβα και αφήνεις τον λογαριασμό, 300.000 δολλάρια να τον πληρώσουν τα κορόιδα με τα 300 ευρώ το μήνα στην καλλίτερη περίπτωση. Κάνεις το κέφι σου.

»Μιλάς στην πλατεία της Επανάστασης όπου μιλούσε και ο Φιντέλ σαν ένας γνήσιος και σκληρός επαναστάτης. Υψώνεις το πελώριο ανάστημά σου ενάντια στον Καπιταλισμό-Ιμπεριαλισμό.

»Τρως τον αγλέορα (600 ευρώ για ένα γεύμα πληρωμένο από το Υπουργείο των Εξωτερικών, δηλαδή τα τσιράκια σου). Το διασκεδάζεις, το γλεντάς, την ώρα που τα κορόιδα οι Έλληνες κάθονται στις ουρές για σύνταξη, ΔΕΗ, τράπεζες, νοσοκομεία και προ παντός λιτότητα στη λιτότητα.

»Το παίζεις επαναστάτης κι όταν γυρίσεις, ξαναγίνεσαι αυτό που ήσουν, το παιδί που κάνει τα θελήματα της Μέρκελ, του Ομπάμα και του Γιούνγκερ που κατακεραύνωσες στην Αβάνα και πάλι σε βάρος του έξυπνου ελληνικού λαού, γιατί αυτός αποφάσισε να τον κυβερνούν άτομα χωρίς οπαδούς και φιλότιμο, που το παίζουν κυβέρνηση.

»Καλή αντάμωση στα Γουναράδικα».

 

 

Δεν μου φαίνεται για ύφος του Μίκη αυτό. Δεν έχει σημασία τι του λέει, σε άλλα έχει δίκιο και σε άλλα όχι, άλλωστε αδιαφορώ παντελώς για τον Τσίπρα αλλά σίγουρα με ενδιαφέρει ο Μίκης. Δεν μιλώ για το περιεχόμενο της επιστολής αλλά για το ύφος – δεν μου φαίνεται για δικό του ύφος (του Σταύρου θα μπορούσε να είναι, του Μίκη όχι) και εξηγούμαι: λέξεις και φράσεις όπως “μάγκας”, “πληρώνουν τα κορόιδα”, “αγλέορα”, Τσιράκια”, “τα κορόιδα οι Έλληνες”, “να τον κυβερνούν άτομα χωρίς οπαδούς και φιλότιμο” (τι να θέλει να πει άραγε ο ποιητής, αν δεν είχαν οπαδούς ποιος τους ψήφιζε;) και φυσικά η μόνιμη επωδός δεξιών για εκείνα τα περιλάλητα “γουναράδικα” (την είπε ένας ντεμέκ επαναστάτης του ΣΥΡΙΖΑ και έσπευσαν να την κάνουν παντιέρα τους, όπως με τα “κονσερβοκούτια”, εύρημα των Χιτών και των παρακρατικών της εποχής) είναι λέξεις και φράσεις που μόνο από έναν λαϊκιστή θα περίμενα να ακούσω. Τώρα αν ο Μίκης, κάτω από το βάρος των χρόνων που κουβαλά, προέβη σε τέτοιο λαϊκίστικο ξέσπασα, κακώς και κάκιστα. Επειδή όμως δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοια, θα στοιχημάτιζα ότι είναι τρολιά. Μπορεί και να έχανα το στοίχημα, αλλά δεν έχει σημασία, ο Μίκης έχει αποδείξει ότι μπορεί να γράφει σωστά και ΟΧΙ έτσι.

Γιώργος Νταλάρας: «Ο κόσμος πια έχει φτάσει στα κάγκελα»

 

 

Εμυ Ντούρου

Σε λίγες ηµέρες ο Γιώργος Νταλάρας συναντά στο Ηρώδειο τη Συµφωνική Ορχήστρα της Σµύρνης, για να επαναλάβει τη συναυλία που έδωσε πριν από έναν χρόνο στο Μέγαρο Πολιτισµού Ahmed Adnan Saygun της Σµύρνης µε τραγούδια Ελλήνων συνθετών και µπαλάντες της Μεσογείου, παραδοσιακά τραγούδια καθώς και τραγούδια από τη «Μικρά Ασία» του Απόστολου Καλδάρα, µια από τις κορυφαίες στιγµές της ελληνικής δισκογραφίας.

Η συνοµιλία µας είναι τηλεφωνική, µία ηµέρα µετά τη συναυλία που έδωσε στον Βόλο, στο πλαίσιο της φετινής περιοδείας του.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας µε τη Συµφωνική Ορχήστρα της Σµύρνης µε την οποία θα εµφανιστείτε στο Ηρώδειο;

Ο ∆ήµος Νέας Σµύρνης, που όπως ξέρετε είναι προσφυγούπολη, ήρθε πριν από κάποιο καιρό σε επαφή µε τους ανθρώπους του ∆ήµου Σµύρνης, της εκεί νοµαρχίας και της περιφέρειας και καταφέραµε µε τη βοήθεια της Ελληνίδας προξένου να κλείσουµε το µέγαρο πολιτισµού της πόλης. Εκεί έπαιξε η κρατική ορχήστρα της Σµύρνης, µια πολύ ξεχωριστή συµφωνική ορχήστρα. Συµµετείχε επίσης ο µαέστρος Χακάν Σενσόι, ένας άνθρωπος µε τον οποίο έχουµε συνεργαστεί επανειληµµένως στις κλασικές ορχήστρες της Κωνσταντινούπολης, όπου ζει. Κατέβηκε λοιπόν στη Σµύρνη, όπου βρήκε µια πολύ δραστήρια και έτοιµη ορχήστρα. Έτσι σε πολύ λίγες ηµέρες είχαµε φέρει σε πέρας το σχέδιο αυτό και είχαµε µια πολύ συγκινητική βραδιά στη Σµύρνη, κατά την οποία συζητήσαµε µε τους ίδιους φορείς να µεταφέρουµε αυτήν τη συναυλία στο Ηρώδειο. Η µουσική είναι καλός τρόπος να µείνεις σε επικοινωνία µε τους γύρω σου. Για µένα έχει µεγάλη σηµασία πέρα από το καλλιτεχνικό µέρος και το συναισθηµατικό, γιατί η οικογένειά µου ήρθε από τη Σµύρνη.

Σε λίγες ηµέρες θα παίξετε και µε την Εστουδιαντίνα στο ΚΠΙΣΝ τραγούδια της ξενιτιάς και της µετανάστευσης.

Ναι, θα παίξουµε µε τη συµµετοχή του Τάσου Νούσια, της Ρίας Ελληνίδου και του καταπληκτικού τραγουδοποιού Θοδωρή Κοτονιά. Πρόκειται για µια θεµατική συναυλία που κάνουµε κατά καιρούς και έχει θέµα τη µετανάστευση. Πιστεύω ότι µέσα από τη µουσική και τα τραγούδια πέφτουν λίγο οι εντάσεις απέναντι στους ανθρώπους που έρχονται στη χώρα µας διωγµένοι από τις εστίες τους είτε λόγω πολέµου είτε για άλλους λόγους και προσπαθούν να χτίσουν µια καινούργια ζωή. Αλλωστε και εµείς είµαστε έθνος προσφύγων στην ουσία, ένας λαός κυνηγηµένος, και πολλές φορές βρήκαµε κατανόηση και αγκαλιά εκεί που δεν το περιµέναµε.

Παρότι, όπως λέτε, είµαστε έθνος προσφύγων, παρατηρείται τα τελευταία χρόνια µεγάλη άνοδος της ακροδεξιάς.

Με απογοητεύει αυτό το γεγονός. ∆ιαβάζοντας ωστόσο ιστορία παρατηρεί κανείς ότι η ακροδεξιά φυτρώνει όπου υπάρχει κοινωνικό έλλειµµα, όπου ενδεχοµένως υπάρχει αναλγησία από το κράτος. Βέβαια, εµείς βρισκόµαστε σε µακροχρόνια κρίση, που κρατάει σχεδόν δέκα χρόνια πλέον – ξεπέρασε σε διάρκεια και την επταετία της χούντας. Σε αυτή την κρίση διαρκείας όπου υπάρχει οικονοµικό πρόβληµα ξεπετάγονται σαν τα φρούτα αυτές οι ιδιοσυγκρασίες, οι οποίες βρίσκουν αδαείς ή απελπισµένους ανθρώπους, κολλάνε δίπλα τους σαν τα τσιµπούρια και τους µεταδίδουν δηλητηριασµένες αντιλήψεις και απόψεις για τη ζωή, την κοινωνία, το µέλλον κ.λπ. Στην Ελλάδα, που είναι µια χώρα όπου οι έννοιες της αλληλεγγύης και της φιλοξενίας είναι ισχυρές, δεν θα έπρεπε να παρατηρούνται τέτοια φαινόµενα. Ο ναζισµός δεν είναι πολιτική ιδεολογία, είναι ασθένεια σοβαρή και ο νεοναζισµός αποτελεί κλινική περίπτωση. Αυτά για την Ελλάδα είναι τουλάχιστον ντροπή, αλλά όλα έχουν τον λόγο τους.

Ποιος είναι αυτός;

Υπάρχει αναλγησία εδώ και δεκαετίες, όχι από µία µόνο κυβέρνηση. Παρατηρείται έλλειµµα δηµοκρατίας, ρεβανσισµός, υπάρχουν προβλήµατα τα οποία δεν λύνονται. Αναδεικνύεται το εγωιστικό µας κοµµάτι παρά το συλλογικό. Με αυτό τον τρόπο γινόµαστε κάτι που δεν θέλουµε και µετά βλέπουµε τον εαυτό µας στον καθρέφτη και δεν µπορούµε να τον αναγνωρίσουµε. Ο κόσµος γύρω µας αλλάζει, επικοινωνεί σε υψηλές ταχύτητες, δεν µπορούµε εµείς να µένουµε πίσω. Για έναν περίεργο λόγο επιλέγουµε την εσωστρέφεια και κάθε τόσο αναγνωρίζουµε έναν εχθρό απέναντί µας, µε τον οποίο αρνούµαστε έστω να συζητήσουµε. Ως αποτέλεσµα δηµιουργούµε µεγάλες εντάσεις οι οποίες καταλήγουν καταστροφικές.

Παρ’ όλα αυτά, τις τελευταίες ηµέρες είδαµε ότι και στη Σουηδία, που αποτελεί πρότυπο κράτος πρόνοιας, η ακροδεξιά αναδείχθηκε δεύτερη δύναµη στις εθνικές εκλογές. ∆εν είναι τροµακτικό;

Ναι, είναι. Όσο τροµακτικό είναι όταν συµβαίνει και στη Γαλλία, τη χώρα της Παρισινής Κοµµούνας. Φαντάζουν απίστευτα αυτά που συµβαίνουν. Ωστόσο πρέπει να δούµε για ποιον λόγο συµβαίνει αυτό. Είναι ένα αποτυχηµένο κοµµάτι του µετα-καπιταλισµού κατά το οποίο τα πάντα έφυγαν από το αξιακό σύστηµα που είχαµε και πέρασαν στο τραπεζικό και το οικονοµικό. Αυτά θα βλέπουµε µπροστά µας συνεχώς όσο οι πολιτικοί µας, κόµµατα και οµάδες, αλλά και οι συνδικαλιστές θα έχουν για θεό τους το κέρδος και το χρήµα. Θεωρώ ότι βρισκόµαστε σε πολύ ιδιαίτερη στιγµή. Από τη µια έχουµε την τεχνολογία να τρέχει κι από την άλλη υπάρχουν πράγµατα που θα έπρεπε να αλλάξουν αλλά δεν αλλάζουν.

Τι πιστεύετε ότι θα έπρεπε να αλλάξει στην ελληνική κοινωνία;

∆εν ξέρω αν έχει και τόσο νόηµα να µιλήσουµε µόνο για την ελληνική κοινωνία. Βέβαια οι κοινωνίες µας είναι αυτό που µας αφορά γιατί είναι το σπίτι µας, τα παιδιά µας, είναι η οικογένειά µας. Αυτό όµως, όπως είπατε κι εσείς πριν, συµβαίνει παντού. Και στις κοινωνίες όπου έχει εµπεδωθεί το ψέµα ο απλός πολίτης δεν αντέχει άλλο. Προκειµένου να βρει µια διέξοδο θα στραφεί οπουδήποτε, θα στραφεί στο έµβληµα. ∆εν τον νοιάζει ποιος κρύβεται από πίσω, θέλει απλώς να βγάλει το πάθος του, διότι νιώθει πως τον κοροϊδεύουν όλοι. Οτι τον κοροϊδεύει το αξιακό του σύστηµα, η κυβέρνησή του. Ο κόσµος πια έχει φτάσει σε αυτό που γηπεδικά θα λέγαµε «στα κάγκελα». Το θέµα είναι οι υπεύθυνοι και συνετοί άνθρωποι να µη χάσουν την αγάπη τους για τον κόσµο, για τη ζωή και το µέλλον – αυτό έχει σηµασία. Αν καταφέρουµε αυτό, θα έχουµε κάποιο δρόµο µπροστά µας. Και δεν υπάρχει άλλος δρόµος πέρα από τη δηµοκρατία.

Ποιους ανθρώπους θεωρείτε µεγάλους δασκάλους σας;

Εγώ µπήκα πολύ µικρός σε αυτήν τη δουλειά. Οι άνθρωποι που µε βοήθησαν άµεσα είναι πέντε. Χρονικά θα τους πω: ο Απόστολος Καλδάρας, ο Μάνος Λοΐζος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Σταύρος Κουγιουµτζής και ο Μάνος Ελευθερίου. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν δάσκαλοί µου και οικογένειά µου. Οµως δεν µπορώ να µη σας πω ότι θεωρώ δασκάλους µου και τον Βασίλη Τσιτσάνη αλλά και τον Μίκη Θεοδωράκη.

Πιστεύετε ότι οι συνθέτες και οι στιχουργοί είχαν ποτέ την αναγνώριση και τις οικονοµικές απολαβές που θα έπρεπε;

Καθόλου.

Για ποιον λόγο;

Καταρχάς δεν έχουµε νοµικό πλαίσιο που να προστατεύει την πνευµατική ιδιοκτησία. Και νοµίζω ότι θα χρειαστούµε χρόνο γι’ αυτό. Τώρα έχουµε και αυτό το παράδοξο που για πρώτη φορά µια κυβέρνηση στρέφεται εναντίον του µορφώµατος που λεγόταν Ανώνυµη Εταιρεία Πνευµατικής Ιδιοκτησίας, που και µόνο από το όνοµα ήταν παράνοµη. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η διαδικασία κράτησε από το 1928-30 µέχρι τις ηµέρες µας, σχεδόν ογδόντα χρόνια. Ευτυχώς κάποιοι σήµερα έδειξαν τον δρόµο και πήρε και η ∆ικαιοσύνη τον δικό της χώρο και χρόνο κι ελπίζω να ξεκαθαρίσουν τα πράγµατα. Τώρα όµως χρειάζεται ενότητα, πράγµα που δύσκολα βρίσκεται. ∆εν µπορείς να πας σε ένα ζαχαροπλαστείο να την αγοράσεις. Η Ελλάδα δεν το πάει καλά, έχει διχαστικές αντιλήψεις, πέφτει στο ίδιο παράπτωµα συνεχώς. Είτε για λόγους πολιτικούς είτε για λόγους ρεβανσιστικούς ή µισαλλοδοξίας.

Από την περίοδο που το ελληνικό τραγούδι ονοµάστηκε έντεχνο, µε την παρέµβαση του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Ξαρχάκου, του Μαρκόπουλου, του Κουγιουµτζή, του Σπανού, όλων αυτών των σπουδαίων συνθετών, είχαµε µια αναγέννηση. Το έργο των ανθρώπων αυτών ευτυχώς αναγνωρίστηκε, αλλά είχαν από πίσω αυτό το ύπουλο µόρφωµα, την ΑΕΠΙ, που έδινε τα χρήµατα µε έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Έπαιρνε πέντε δέκα ανθρώπους γνωστούς, τους έδινε προκαταβολές και άφηνε όλες τις άλλες χιλιάδες ανθρώπων να περιµένουν. Αυτό είναι –το λιγότερο– έγκληµα. Κι αν µε ρωτάτε τι έγινε µε τους ανθρώπους τους δικούς µας, ο Σταύρος Κουγιουµτζής και ο Μάνος Ελευθερίου ή ο Νίκος Γκάτσος που έχουν πραγµατικά γράψει και έχουν δουλέψει για τον ελληνικό πολιτισµό έχουν πάρει ψίχουλα ενώ θα µπορούσαν να ζουν αξιοπρεπώς και να βρίσκονται κοντά µας παράγοντας τέχνη.

Γράφετε κι εσείς τραγούδια αλλά δεν τα κυκλοφορείτε. Γιατί;

Όλοι οι µουσικοί γράφουν τραγούδια. Πιστεύω όµως ότι αυτά που γράφω δεν είναι τόσο σηµαντικά σε σχέση µε αυτά που έχω τραγουδήσει. Κι επειδή έχω πει τα ωραιότερα τραγούδια του Σταύρου Κουγιουµτζή, κάποια σηµαντικά του Μίκη Θεοδωράκη, του Ξαρχάκου, του Σπανού, του Μαρκόπουλου, δεν µπορώ να παραβγώ µε τις ηχογραφήσεις των τραγουδιών που έχω. Ίσως κάποια στιγµή το κάνω, µέχρι τώρα δεν είχα ποτέ αυτό το µεράκι.

Λέγεται για εσάς ότι είστε εξαιρετικός επαγγελµατίας αλλά ταυτόχρονα αυστηρός άνθρωπος. Ισχύει;

Τι είναι ο επαγγελµατίας άραγε; Αν επαγγελµατισµός είναι να σέβεσαι τον κόσµο, τον εαυτό σου, τη δουλειά σου, τους συνεργάτες σου και να έχεις και κάποια µορφή αξιών, ναι. Τότε θα έλεγα ότι είµαι επαγγελµατίας. Έχω ωστόσο την εντύπωση ότι ο µουσικός δεν µπορεί ποτέ να είναι επαγγελµατίας, ο µουσικός παραµένει ερασιτέχνης. Είµαι πολύ περισσότερο αυτής της λογικής. Ξέρω ότι η διαδροµή µου ήταν µεγάλη, λαµπερή κ.λπ. Έχει ενοχλήσει και πάρα πολλούς, αλλά δεν είναι εκεί το πρόβληµα. Πιστεύω σε µια ευγενική κοινωνία η οποία βρίσκεται µόνο στις ψυχές µας, στα όνειρά µας. Η καλλιτεχνία, η ιατρική, ο αθλητισµός και η πολιτική δεν θα έπρεπε να γίνονται επαγγέλµατα.

Είπατε πριν ότι η διαδροµή σας έχει ενοχλήσει κάποιους και η αλήθεια είναι ότι εδώ και χρόνια υπάρχει κι ένα αντι-νταλαρικό κύµα.

Και πολύ καλά κάνει και υπάρχει. Αλίµονο. Αλλιώς θα ήταν όλα µονόδροµος και βαρετά.

Πιστεύετε ότι σε αυτό έχει παίξει ρόλο και ο τρόπος που εσείς χειριστήκατε καταστάσεις; Οπως για παράδειγµα οι δικαστικές σας διαµάχες µε τον Μανώλη Ρασούλη και τον Τζίµη Πανούση;

Κοιτάξτε, τώρα ανοίγετε ένα θέµα πολύ σοβαρό και νοµίζω ότι ξεφύγαµε λιγάκι. Και δεν είναι και της παρούσης, γιατί αυτά έχουν απαντηθεί. ∆εν νοµίζω ότι πρέπει να κάνουµε αυτήν τη συζήτηση σε αυτό το σηµείο, µε αφορµή τη συναυλία. Μπορούµε κάποια άλλη στιγµή να κάνουµε µια γενικότερη κουβέντα αν θέλετε.

From the tv series West Wing

Season 2 finale: President Bartlet speaks Latin

“Gratias tibi ago, domine. Haec credam a deo pio? A deo iusto, a deo scito? Cruciatus in crucem. Tuus in terra servus, nuntius fui. Officium perfeci. Cruciatus in crucem. Eas in crucem!”
“I give thanks to you, O Lord. Am I really to believe that these are the acts of a loving God? A just God? A wise God? To hell with your punishments. I was your servant here on Earth. And I spread your word and I did your work. To hell with your punishments. To hell with you!”

 

(Literally, “eas in crucem” translates to “may you go to a cross”)

I Have a Rendezvous with Death

Alan Seeger, 18881916

I have a rendezvous with Death   
At some disputed barricade,   
When Spring comes back with rustling shade   
And apple-blossoms fill the air—   
I have a rendezvous with Death
When Spring brings back blue days and fair.   
   
It may be he shall take my hand   
And lead me into his dark land   
And close my eyes and quench my breath—   
It may be I shall pass him still.
I have a rendezvous with Death   
On some scarred slope of battered hill,   
When Spring comes round again this year   
And the first meadow-flowers appear.   
   
God knows 'twere better to be deep 
Pillowed in silk and scented down,   
Where love throbs out in blissful sleep,   
Pulse nigh to pulse, and breath to breath,   
Where hushed awakenings are dear...   
But I've a rendezvous with Death
At midnight in some flaming town,   
When Spring trips north again this year,   
And I to my pledged word am true,  

Υπέρ μεταφραστικής πίστεως και απιστίας

Ο καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης υπερασπίζεται το μείγμα «ορθών» λύσεων και «αυθαιρεσιών» κατά τη διαδικασία της λογοτεχνικής μετάφρασης

Υπέρ μεταφραστικής πίστεως και απιστίας | tanea.gr Ο καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης υπερασπίζεται το μείγμα «ορθών» λύσεων και «αυθαιρεσιών» κατά τη διαδικασία της λογοτεχνικής μετάφρασης

Κεντρωτής Γιώργος

Οι ασχολούμενοι συστηματικά με τη μετάφραση (κυρίως δε με διάφορα παραδειγματικά μεταφράσματα που τα παίρνουν ως αφορμή για διατύπωση θεωριών) έχουν βιώσει το εξής παράδοξο: οι πάντες βάλλουν ομοθυμαδόν κατά της πιστότητας του μεταφράσματος απέναντι στο πρωτότυπο. Και λένε ότι για να είναι ωραία μια μετάφραση πρέπει να είναι (με ποικιλία τρόπων) άπιστη – ας μείνουμε σε αυτό το κοινολεκτούμενο απόφθεγμα που, εν πάση περιπτώσει, συμπυκνώνει «γλυκά» και αποδεκτώς ό,τι έχει σχετικώς λεχθεί και που είναι διεθνώς γνωστό με τη γαλλική έκφραση «les belles infidèles» (= «οι ωραίες άπιστες»). Αυτά, βέβαια, τα λένε οι «θεωρητικοί» και τα επαναλαμβάνουν – ακρίτως ή του παίζειν χάριν – όσοι δεν έχουν μεταφράσει ούτε μία λέξη στη ζωή τους…
Επειδή, όμως, τα πράγματα δεν είναι ούτε τόσο απλά ούτε τόσο αυτονόητα, ας πω συμπληρωματικά/επεξηγηματικά και τούτο. Ενώ, κατά τα ανωτέρω, καλή μετάφραση είναι αυτή που επιδεικνύει διαθέσεις απιστίας και ξεφεύγει από τις επιταγές του πρωτοτύπου, κακή μετάφραση εξακολουθεί να θεωρείται ότι είναι εκείνη που – άπιστη ούσα – αθετεί εντελώς τις γραφές του πρωτοτύπου, τις προδίδει και λέει άλλα: ρήματα άπιστα!
Οχι – σπεύδω να προλάβω τυχόν άσκοπες αντιρρήσεις -, δεν προτίθεμαι καθόλου να «γυρίσω ανάποδα» τα πράγματα! Ομως μέσα στην πολλαπλώς διαπιστωμένη σύγχυση κρίνω ότι οφείλω να υπερασπιστώ την πιστότητα, και δη χάριν της ποιότητας του μεταφράσματος. Και για να μη νομιστεί ότι επιχειρώ να διαστρέψω επιμελώς τα πράγματα ή ότι μασάω τα λόγια μου, σπεύδω να πω απερίφραστα ότι το μετάφρασμα πρέπει να είναι κατ” αρχήν πιστό στο πρωτότυπο. Τούτο σημαίνει ότι οι όποιες απιστίες χρειαστεί να γίνουν θα έπονται κατ” ανάγκην του «κατ” αρχήν» και θα ελέγχονται λογικώς ως πρόσφορες και συμβάλλουσες στην ευημερία του μεταφράσματος ως γλωσσικού/λογικού κατορθώματος. Πρώτα θα κριθεί ως πιστή η μετάφραση και κατόπιν ελλόγως θα απιστήσει – θα απιστεί δε επιλεκτικώς και όσο το δυνατόν σπανιότερα. Το μετάφρασμα που απιστεί γενικώς είναι (ας μην εκπλησσόμεθα) πρωτότυπο κείμενο γραμμένο απ” αφορμή ενός άλλου κειμένου διατυπωμένου σε άλλη γλώσσα· και έτσι είναι μάλλον «σπουδή» ή «διασκευή» ή «συνέχεια» (και τα συναφή), και δεν στοιχειοθετεί με κανέναν τρόπο μετάφραση!
«Βρέχει γατιά και σκυλιά»;
Το πιο κλασικό παράδειγμα πιστής μετάφρασης που διδάσκεται ότι πρέπει να αποφεύγεται είναι τούτο: It”s raining cats and dogs = Βρέχει γατιά και σκυλιά. Ετσι λένε στον αγγλόφωνο χώρο το Βρέχει ραγδαία, το οποίο εμείς στα ελληνικά το λέμε (μεταξύ πολλών άλλων) Βρέχει καρεκλοπόδαρα. Παρέλκει το να εξηγήσουμε εδώ γιατί στην περίπτωση αυτή χρησιμοποιούνται τέτοιες μεταφορικές εκφράσεις. Αντί γι” αυτό θα πούμε ότι δεν αποκλείεται καθόλου μα καθόλου η περίπτωση να χρειαστεί να μεταφράσουμε πιστά και κατά λέξη εκφράσεις σαν και αυτήν – ιδίως όταν μεταφράζουμε ποιητικά έργα ή κείμενα με πληθώρα λογοπαιγνίων, όπου το σύνηθες «κόλπο» του συγγραφέα είναι να χρησιμοποιεί τους όρους μιας μεταφοράς με σημασίες κυριολεκτικές – ατρέπτως κυριολεκτικές δε! Τα κείμενα των υπερρεαλιστών ποιητών (ημετέρων και αλλοδαπών) βρίθουν, άλλωστε, τέτοιων παραδειγμάτων. Και ας σκεφτούμε εδώ τι υπαινίσσεται ο Νίκος Καρούζος, όταν στο ποίημά του «Υποσημείωση» (από τον «Αντισεισμικό τάφο», Εστία, Αθήνα, 1984, σ. 23) λέει: «Η γραφή είν” ένα ψέμα που σαν αλήθεια κοστίζει λιγότερο».
Εχουμε με άλλη αφορμή γράψει ότι άλλο είναι η μετάφραση των λογοτεχνικών έργων και άλλο είναι η μετάφραση κειμένων ειδικών κατηγοριών με περιεχόμενο τεχνικό, νομικό, πολιτικό, οικονομικό, δημοσιογραφικό κ.λπ. Στη λογοτεχνία η πιστή μετάφραση είναι η εξαίρεση· στα ειδικά κείμενα είναι ο συντριπτικώς ισχύων κανόνας. Γι” αυτό και αυτό που λέγεται «ωραίο» μετάφρασμα αφορά αποκλειστικά μεταφράσεις λογοτεχνικών κειμένων· κανείς (ούτε καν με υπερβάλλουσα… υπερρεαλιστική διάθεση) δεν θα χαρακτηρίσει ποτέ ωραία τη μετάφραση ενός συμβολαίου ή της πατέντας κάποιας ευρεσιτεχνίας.
Η βάση είναι η πίστη
Αλλά και στη λογοτεχνία η μετάφραση είναι, όπως ήδη είπαμε, κατ” αρχήν και κατ” ανάγκην πιστή. Και πάνω σε τούτη την πιστότητά της θεμελιώνεται το κάλλος της. Η βάση είναι η πίστη· ο καλλωπισμός έρχεται κατόπιν και ανήκει στο εποικοδόμημα. Το όλον εγγυάται την ωραιότητα του μεταφράσματος: υποδομή και υπερδομή, πίστη και ποικίλματα. Ενα σονέτο του Δάντη ή του Μπόρχες, που μεταφράζεται ως σονέτο και με τους νόμους του σονέτου, συνιστά πιστή και κατ” αρχήν καλή μετάφραση· το ίδιο σονέτο μεταφρασμένο ως ελευθερόστιχο ποίημα, ακόμα και αν είναι κατά λέξη πιστά μεταφερμένο στην άλλη γλώσσα, δεν συνιστά πιστή μετάφραση και είναι κακή μετάφραση, ακριβώς επειδή θα έχει αναιρεθεί η θεμελιώδης για το σονέτο μορφική ακεραιότητα που περιλαμβάνει πρωτίστως τον ένστιχο και έρρυθμο χαρακτήρα. Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς ότι η πίστη και η απιστία δεν είναι μονοκόκαλες κατασκευές που κατορθώνονται βάσει της εφαρμογής ενός εκ των προτέρων γνωστού και αποδεκτού μαθηματικού τύπου.
Επειδή δε η μετάφραση είναι έργον μεταφραστού (= του κάθε μεταφραστού), οι όποιες επιλογές πίστεως και απιστίας αφήνονται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρειά του. Και επειδή η διακριτική ευχέρεια είναι όρος νομικός, δέον όπως ερμηνευθεί και εδώ, που τον δανειζόμαστε, με νομική ακρίβεια: διακριτική ευχέρεια, επομένως, σημαίνει και εδώ δυνατότητα επιλογής μεταξύ εξίσου νομίμων (διάβαζε: ορθών) λύσεων. Για του λόγου το αληθές παραπέμπω πάλι στα γατόσκυλα της βροχής.
Η ορθή δόξα στη μετάφραση επιβάλλει τον συνδυασμό πίστεως και απιστίας. Η ολοκληρωτική απιστία – το δηλώσαμε ήδη παραπάνω – δεν είναι καν μετάφραση. Είναι κάτι άλλο, που μπορεί βέβαια να είναι σημαντικό, υπέροχο, αριστουργηματικό και τα τοιαύτα.  Αλλά είναι κάτι άλλο, όχι μετάφραση! Αυτά με την ολοκληρωτική απιστία. Με την ολοκληρωτική πίστη, όμως, τι γίνεται; Γι” αυτήν ας αφήσουμε τον Τζον Ντράιντεν να μας πει (σημειώνοντας απλώς ότι πήραμε το κείμενο που ακολουθεί από το έργο του Τζορτζ Στάινερ «Μετά τη Βαβέλ», μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης, Εκδόσεις Scripta, Αθήνα, 2004, σελ. 434): «Είναι σαν να χορεύεις σε τεντωμένο σχοινί με δεμένα πόδια· μπορεί κάποιος ν” αποφύγει την πτώση, αν είναι προσεχτικός· αλλά δεν πρέπει να περιμένει και κομψότητα κινήσεων· και όταν θα έχουμε πει ό,τι καλύτερο, θα απομένει μόνο ένα ανόητο έργο· επειδή κανένας νουνεχής άνθρωπος δεν θα έθετε τον εαυτό του σε κίνδυνο, μόνο και μόνο για να τον χειροκροτήσουν, επειδή δεν έσπασε το σβέρκο του».
Ο Γιώργος Κεντρωτής είναι ποιητής, μεταφραστής και καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
No automatic alt text available.

«Το θανάσιμο πέρασμα». Γιατί να το διαβάσεις;

Lone Theils «Το θανάσιμο πέρασμα» (εκδ. Μεταίχμιο)

—Κέλλη Κρητικού

από το athensvoice.gr

Η Lone Theils συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό με ένα καθηλωτικό αστυνομικό μυθιστόρημα (εκδ. Μεταίχμιο)

 

Υπόθεση: H Νόρα Σαν είναι ανταποκρίτρια του δανέζικου εβδοµαδιαίου περιοδικού Globalt στο Λονδίνο. Η αγορά μιας βαλίτσας από ένα παλαιοπωλείο θα την οδηγήσει σε μια περίεργη αποκάλυψη καθώς θα βρει στις θήκες της δεκάδες φωτογραφίες. Μία από αυτές, που απεικονίζει δύο νεαρά κορίτσια από τη Δανία που εξαφανίστηκαν σε ένα φεριµπότ ταξιδεύοντας προς Αγγλία το 1985, θα στοιχειώσει τη σκέψη της. Θα αρχίσει αργά και με πείσμα να ψάχνει από την αρχή αυτήν την παράξενη ιστορία. Η έρευνά της θα την οδηγήσει σύντομα σε έναν διαβόητο σίριαλ κίλερ, ο οποίος εκτίει ισόβια κάθειρξη, και οι εξελίξεις θα πάρουν απρόσμενη τροπή. Ακολουθώντας το ένστικτό της, η Νόρα θα πλησιάσει την αλήθεια, μόνο που η πραγματικότητα θα την αφοπλίσει και θα τη φέρει αντιμέτωπη με την ανθρώπινη παράνοια.

Συγγραφέας:

Η Δανέζα Lone Theils εργάστηκε ως ανταποκρίτρια στο Λονδίνο των δανέζικων εφημερίδων Berlingske Tidende και Politiken επί 16 συναπτά χρόνια.

Όπως δήλωσε σε συνέντευξή της: «Το γεγονός ότι είμαι δημοσιογράφος με βοήθησε με πολλούς τρόπους. Πρώτα από όλα, μου έδωσε πειθαρχία να γράψω. Αλλά με έχει διδάξει επίσης να παρακολουθώ προσεκτικά και να περιγράφω μια σκηνή, να ακούω έναν διάλογο και πώς οι άνθρωποι μιλάνε και να προσπαθώ να ανακαλύψω το αληθινό νόημα πίσω από τις λέξεις».

Το βιβλίο «Το θανάσιμο πέρασμα» είναι η πρώτη περιπέτεια της ηρωίδας της Νόρα Σαν, η οποία την καθιέρωσε ως συγγραφέα, καθώς έγινε μπεστ σέλερ και μεταφράστηκε σε περισσότερες από δεκαπέντε γλώσσες σε όλο τον κόσμο.

Σε ποιους απευθύνεται: Σε όσους αγαπούν τις αστυνομικές ιστορίες που φλερτάρουν διακριτικά με τη «Σιωπή των αμνών» αλλά παραμένουν πιστές στην ουσία της εξιχνίασης και στις κοινωνικές προεκτάσεις της.

Θα σε συνεπάρουν:

  1. Η Νόρα Σαν. Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου κλέβει από την πρώτη στιγμή τις εντυπώσεις με το μαύρο χιούμορ της, τη σπιρτάδα και τη δυναμική προσωπικότητά της, τη φυσιολογική καθημερινότητά της, τις συναισθηματικές της ανησυχίες και την ανάγκη της να κρατήσει την ισορροπία στο ασταθές οικογενειακό της περιβάλλον. Μια ηρωίδα που σε κερδίζει με την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά της και την λογική αλληλουχία των σκέψεών της.
  2. Η στρωτή, απλή και ισορροπημένη αφήγηση της συγγραφέως που καταφέρνει να ενώσει υπέροχα το παρελθόν με το παρόν. Αν και η πλοκή κινείται σε δύο διαφορετικούς χρονικούς άξονες, δεν χάνεσαι ούτε στιγμή. Αντιθέτως, νιώθεις την αδρεναλίνη σου να χτυπάει κόκκινο καθώς οι ενδείξεις οδηγούν σε αδιέξοδο και ο κίνδυνος που ελλοχεύει, γιγαντώνεται. Γρήγορος ρυθμός και οικονομία του λόγου βοηθούν στην ομαλή σύνδεση των αποκαλύψεων.
  3. Η κοινωνική προέκταση της εξαφάνισης. Μέσα από τις συνεντεύξεις των μαρτύρων αναδεικνύεται η δημοσιογραφική χροιά της γραφής της Lone Theils. Διερευνητικές ερωτήσεις, εύστοχες παρατηρήσεις και συνεχείς μετακινήσεις στους τόπους που έλαβαν χώρα τα γεγονότα, ξεδιπλώνουν τις κοινωνικές δομές Κοπεγχάγης και Λονδίνου και αναδεικνύουν τα σύνθετα προβλήματα που αντιμετωπίζουν συχνά οι περιθωριοποιημένοι νέοι.
  4. Η ευρηματική και σύνθετη πλοκή. «Το θανάσιμο πέρασμα» είναι μια υπόθεση εξιχνίασης μιας εξαφάνισης που συνέβη στο παρελθόν -χωρίς να υπάρχουν πτώματα- όπου οι αποχρώσεις ενδείξεις οδηγούν σε έναν αιμοσταγή και παρανοϊκός δολοφόνο που έχει καταδικαστεί χωρίς να έχουν βρεθεί τα πτώματα των θυμάτων του! Έξυπνο, ανατρεπτικό και με έντονες ψυχολογικές εμβαθύνσεις στους χαρακτήρες που απαιτείται.

Κορυφαία στιγμή: Η συνάντηση της Νόρα με την κα Ρόζεν. Μια συνάντηση που πυροδοτεί τις εξελίξεις και αλλάζει την τροπή των γεγονότων.
Αν μπορούσα θα άλλαζα: Τον ρόλο του Αντρέας στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Περιορίστηκε η συνεισφορά του στο ελάχιστο και εγκλωβίστηκε στην αισθηματική πτυχή του χαρακτήρα του.
Φράσεις που ξεχώρισα: «Μια ολόκληρη ζωή, και αυτά που άφησε πίσω του, όλα τα υπάρχοντά του, χωράνε σε μια πλαστική σακούλα του Lidl. Θεέ μου, πόσο απίστευτα θλιβερό!»
Μετάφραση: Ανήκει στον Γρηγόρη Κονδύλη και είναι πολύ καλή.
Ενδιαφέρουσα πληροφορία: Σύμφωνα με τη συγγραφέα αφορμή για τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος στάθηκε ένα κομμάτι που διάβασε σε μια δανική εφημερίδα για έναν Αμερικανό κατά συρροή δολοφόνο, ο οποίος είχε καταδικαστεί για τέσσερις δολοφονίες και είχε ομολογήσει άλλες δύο. Η αστυνομία ανακάλυψε μια αποθήκη του που περιείχε ένα κιβώτιο με περισσότερες από 200 φωτογραφίες μη αναγνωρισμένων κοριτσιών και νεαρών αγοριών. Μία από αυτές τις φωτογραφίες είχε αναμφισβήτητα ληφθεί στη Δανία. Έδειχνε δύο κορίτσια, ηλικίας περίπου 15 ετών, και φαινόταν πως η φωτογραφία είχε τραβηχτεί στον κεντρικό σταθμό της Κοπεγχάγης. Η ιστορία τότε είχε λήξει με μια αναφορά στον Τύπο πως τα κορίτσια ήταν ζωντανά και δεν ήθελαν να μιλήσουν για το παρελθόν.