En man som heter Ove: Πώς να μεταφράζεται άραγε;

Όλοι οι μεταφραστές κάνουν λάθη.Είναι αλήθεια, πικρή αλήθεια αλλά έτσι είναι.
Εν πάση περιπτώσει το βιβλίο (και η ταινία αργότερα) με τον τίτλο En man som heter Owe στα αγγλικά είχε τον τίτλο A Man Called Ove, το ίδιο και η ταινία νομίζω, αν και η ταινία στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο Ο κύριος Όβε.
Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά, προφανώς από τα αγγλικά (μετφρ Βασιλική Κωστάκη), από τις εκδόσεις Πασχαλίδη με τον τίτλο Ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Οβ! 9789963258833-200-1178789

Μην ρωτήσετε αν το Οβ είναι αμερικανιά για το Οβελίξ, δεν είναι. Το όνομα είναι ΟΥΒΕ, Ούβε! Ούτε Οβ ούτε Όβε. Διότι απλούστατα είναι σκανδικανβικό, καραμπινάτο σκανδιναβικό (με μια περίπλοκη δανική καταγωγή ) και μόνον Ούβε προφέρεται. Μόνον ο Άγγλος θα το προφέρει Όβαα… Αλλά ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ Οβ.
Κι αν θέλουμε να είμαστε εντάξει με τον πρωτότυπο τίτλο μάλλον πρέπει να το μεταφράσουμε Ένας άντρας που τον λένε Ούβε ή Ένας άντρας ονόματι Ούβε. Το man στα σουηδικά μπορεί να έχει και τη σημασία “άνθρωπος” ενίοτε αλλά με πολύ μικρότερη συχνότητα από όση στα αγγλικά. Ωστόσο είναι φανερό ότι η επιλογή κι εδώ είναι από την αγγλική γλώσσα. Λογικό.

Πάντως όλοι σήμερα γνωρίζουν το Forvo όπου μπορεί κανείς να ακούσει πώς προφέρονται τα περισσότερα ονόματα των οποίων την προφορά δεν ξέρουμε.
Ψιόπράγματα θα μου πείτε. Ναι. Δεν ξέρω όμως αν κάποιος που λέγεται Γιάννης θέλει να βλέπει το όνομά του γραμμένο Γκιάννες ή γιατί όχι Γκίνες… Μετά τον κατήφορο δεν υπάρχει σταματημός…
Είναι σαν τον Γιέραν Πέρσον τον Σουηδό πρωθυπουργό, τον οποίον ο ελληνικός Τύπος, κατά πλειονότητα, τον έγραφε Γκόραν, κάνοντας τον Γιουγκοσλάβο.

 

Advertisements

Η ανοικτή επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη

 

«Σύντροφε Αλέξη, σε παραδέχομαι, γιατί είσαι μάγκας. Ο πιο μεγάλος μάγκας στην Ελλάδα από το 450 π.Χ. έως σήμερα. Γιατί κάνεις ό,τι θέλεις χωρίς να λογαριάσεις κανένα.

»Παίρνεις το προσωπικό σου αεροπλάνο, το γεμίζεις με φίλους και φίλες και πας στην Κούβα και αφήνεις τον λογαριασμό, 300.000 δολλάρια να τον πληρώσουν τα κορόιδα με τα 300 ευρώ το μήνα στην καλλίτερη περίπτωση. Κάνεις το κέφι σου.

»Μιλάς στην πλατεία της Επανάστασης όπου μιλούσε και ο Φιντέλ σαν ένας γνήσιος και σκληρός επαναστάτης. Υψώνεις το πελώριο ανάστημά σου ενάντια στον Καπιταλισμό-Ιμπεριαλισμό.

»Τρως τον αγλέορα (600 ευρώ για ένα γεύμα πληρωμένο από το Υπουργείο των Εξωτερικών, δηλαδή τα τσιράκια σου). Το διασκεδάζεις, το γλεντάς, την ώρα που τα κορόιδα οι Έλληνες κάθονται στις ουρές για σύνταξη, ΔΕΗ, τράπεζες, νοσοκομεία και προ παντός λιτότητα στη λιτότητα.

»Το παίζεις επαναστάτης κι όταν γυρίσεις, ξαναγίνεσαι αυτό που ήσουν, το παιδί που κάνει τα θελήματα της Μέρκελ, του Ομπάμα και του Γιούνγκερ που κατακεραύνωσες στην Αβάνα και πάλι σε βάρος του έξυπνου ελληνικού λαού, γιατί αυτός αποφάσισε να τον κυβερνούν άτομα χωρίς οπαδούς και φιλότιμο, που το παίζουν κυβέρνηση.

»Καλή αντάμωση στα Γουναράδικα».

 

 

Δεν μου φαίνεται για ύφος του Μίκη αυτό. Δεν έχει σημασία τι του λέει, σε άλλα έχει δίκιο και σε άλλα όχι, άλλωστε αδιαφορώ παντελώς για τον Τσίπρα αλλά σίγουρα με ενδιαφέρει ο Μίκης. Δεν μιλώ για το περιεχόμενο της επιστολής αλλά για το ύφος – δεν μου φαίνεται για δικό του ύφος (του Σταύρου θα μπορούσε να είναι, του Μίκη όχι) και εξηγούμαι: λέξεις και φράσεις όπως “μάγκας”, “πληρώνουν τα κορόιδα”, “αγλέορα”, Τσιράκια”, “τα κορόιδα οι Έλληνες”, “να τον κυβερνούν άτομα χωρίς οπαδούς και φιλότιμο” (τι να θέλει να πει άραγε ο ποιητής, αν δεν είχαν οπαδούς ποιος τους ψήφιζε;) και φυσικά η μόνιμη επωδός δεξιών για εκείνα τα περιλάλητα “γουναράδικα” (την είπε ένας ντεμέκ επαναστάτης του ΣΥΡΙΖΑ και έσπευσαν να την κάνουν παντιέρα τους, όπως με τα “κονσερβοκούτια”, εύρημα των Χιτών και των παρακρατικών της εποχής) είναι λέξεις και φράσεις που μόνο από έναν λαϊκιστή θα περίμενα να ακούσω. Τώρα αν ο Μίκης, κάτω από το βάρος των χρόνων που κουβαλά, προέβη σε τέτοιο λαϊκίστικο ξέσπασα, κακώς και κάκιστα. Επειδή όμως δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοια, θα στοιχημάτιζα ότι είναι τρολιά. Μπορεί και να έχανα το στοίχημα, αλλά δεν έχει σημασία, ο Μίκης έχει αποδείξει ότι μπορεί να γράφει σωστά και ΟΧΙ έτσι.

Στιγκ Ντάγκερμαν Η αποπνιχτική μυρωδιά του φόβου |

Ενας μόλις 22χρονος Σουηδός έγραφε εν μέσω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μια αλληγορία για τη δομική κυριαρχία του φόβου με λειτουργικό σκηνικό τα πεπραγμένα μιας άπραγης στρατιωτικής μονάδας

TA NEA: ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 28/04/2018 08:00

 

 To κείμενο του Μιχάλη Μοδινού δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (28.04.2018)

Η αποπνιχτική μυρωδιά του φόβου

 

 

Ο Στιγκ Ντάγκερμαν αυτοκτόνησε στα 31 του μόλις χρόνια, το 1954, έπειτα από την καταιγιστική επιτυχία που είχαν τα έργα του. Η  σύντομη ζωή του υπήρξε πλούσια σε έρωτες, γάμους και περιπέτειες – πνευματικού κυρίως περιεχομένου. Προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω το απολύτως πρωτότυπο, θυελλώδες  είδος γραφής του και τις πιθανές επιρροές του, ένα πράγμα μου έγινε σαφές. Ηδη από τα 22 του, ίσως και νωρίτερα, έφερε τη σφραγίδα του επικείμενου θανάτου ανεξίτηλα αποτυπωμένη στο μέτωπό του. Σε λαϊκό ιδίωμα θα λέγαμε ότι έκαψε τις ασφάλειες από νωρίς. Η υπερενεργητικότητα του λόγου του, η καταιγιστική παράθεση ακραίων μεταφορών και παρομοιώσεων, ακόμη και για τα κοινότερα των πραγμάτων ή καταστάσεων, η διαρκής φιλοσοφική διερώτηση για την ύπαρξη ως τέτοια, σου δίνουν την αίσθηση ότι έχεις μπροστά σου μια ιδιοφυΐα εν βρασμώ ήδη καταδικασμένη σε θάνατο.

Κατά ειρωνεία της μοίρας, η χώρα του επιστράτου Ντάγκερμαν ήταν η μόνη από τις Σκανδιναβικές που δεν μπήκε ποτέ στον πόλεμο. Ωστόσο η αναμονή των φαντάρων στον στρατώνα που περιγράφεται εξπρεσιονιστικά εδώ, συνοδευόμενη από την καταστατική υπαρξιακή τους ανασφάλεια, έπαιξε πιθανότατα τον ρόλο της στην πορεία του συγγραφέα προς την αυτοχειρία. Με άλλα λόγια, μιας και ο πόλεμος δεν τον άγγιξε, εκτέλεσε ο ίδιος αργότερα τον εαυτό του. Ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου το αποδεικνύει. Το φίδι συμβολίζει πρωτίστως τον φόβο τον προερχόμενο από τον παραλογισμό της μοίρας του καθενός, από τις ανεξέλεγκτες εξωτερικές δυνάμεις που διαμορφώνουν τη ζωή, από το ίδιο το κράτος που αποφασίζει για σένα, αλλά και από αυτό που έμοιαζε σαν αυτοχειρία της Ευρώπης τα χρόνια εκείνα. Στις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου ένα φίδι τρομοκρατεί τον επικεφαλής μιας διμοιρίας αλλά ο εκ των πρωταγωνιστών Μπιλ, έμπειρος συλλέκτης ερπετών, το παγιδεύει. Εκτοτε το κουβαλάει στον γυλιό του, το χρησιμοποιεί ως απειλητικό όργανο, το ταΐζει κάνα ποντίκι ή το αποθέτει στο τραπέζι παγώνοντας την ομήγυρη. Στο μεταξύ οι φαντάροι ζουν τον παραλογισμό της επιστράτευσης, μπεκροπίνουν στο τοπικό επαρχιακό μπαράκι, διοργανώνουν πάρτι και την πέφτουν στις κοπέλες  του χωριού ή στις εργαζόμενες στον στρατώνα.

Πόθος και ζήλεια

Μια τέτοια εργαζόμενη, η Ιρέν, δίνει τον τίτλο του στο πρώτο μισό του βιβλίου. Η ιστορία μας προσφέρεται από τη σκοπιά της, σε τρίτο πάντως πρόσωπο, με περιστασιακή εστίαση και στους λοιπούς εμπλεκομένους. Η κοπέλα είναι  ερωτευμένη μ’ αυτό τον Μπιλ ο οποίος ωστόσο ρίχνει τα δίχτυα του και σε άλλες. Η Ιρέν παλεύει με όχι ιδιαίτερη επιτυχία να τιθασεύσει τον πόθο της προς το ανδρικό φύλο, ζηλεύει αφόρητα την τοπική γκαρσόνα, γίνεται πειθήνιο όργανο του Μπιλ στην προετοιμασία ενός πάρτι, τον παρακολουθεί να ερωτοτροπεί με άλλες. Οπότε, για αντιπερισπασμό, επιχειρεί να φλερτάρει κι αυτή με άλλους  και βιαιοπραγεί κατά της μητέρας της όταν θα επιχειρήσει να την περιμαζέψει. Είναι προφανές ότι η αναμονή αυτού του πολέμου που τελικά δεν έρχεται αλλά και η εμφύτευση μιας νεόκοπης τεχνητής κοινωνίας (αυτής του στρατώνα) στο βουκολικό τοπίο της επαρχιακής Σουηδίας έχουν ανατρέψει την ευταξία και τις ηθικές σταθερές.

Ο αναγνώστης λαχανιάζει

Εντούτοις, η αναβράζουσα, πρώιμη συγγραφική ιδιοφυΐα, παρά τον άναρχο χαρακτήρα της, τελικά κερδίζει το στοίχημα. Γιατί ο Ντάγκερμαν, οπαδός ενός είδους νοησιαρχίας, διατηρεί τον έλεγχο της αφήγησης και χρησιμοποιεί επιδέξια τα  σύμβολα ως έκφραση ενός κεντρικού θέματος: του τρόμου της αρχέγονης ύπαρξης (και ταυτόχρονα της αποδοχής του). Οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις του είναι  τόσο πυκνές και ακραία ευφάνταστες που ο ίδιος ο αναγνώστης λαχανιάζει προκειμένου να τις παρακολουθήσει υποψιαζόμενος ενίοτε ότι το πραγματικό θέμα του βιβλίου δεν είναι παρά η επίδειξη συγγραφικής δεξιοτεχνίας μέσω της πλήρους απελευθέρωσης της φαντασίας. Ωστόσο ο κόπος του θα ανταμειφθεί. Η   πραγματικότητα αποδίδεται με οξυδέρκεια, η απελπισία δίνεται με ειλικρίνεια, ο ρυθμός είναι ασταμάτητος, η ένταση, η εγρήγορση και η φαντασία οδηγούν νομοτελειακά στην απώλεια ισορροπίας. Ο συγγραφέας είναι το πρώτο θύμα της, ο αναγνώστης πιθανώς το επόμενο, καθώς με μια τεχνική που διακρίνεται από φευγαλέα, θαμπά, μεγάλα πλάνα βουτάμε στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων διαμέσου του κόσμου των εξωτερικών φαινομένων. Το συλλογικό άγχος και η ακόλουθη αυτοανάλωση ριζώνει εδώ στην αντικειμενική πραγματικότητα.

Σκανδιναβική παράδοση

Βεγγαλικό που καταυγάζει την ύπαρξη

Ο Στιγκ Ντάγκερμαν έγραψε και άλλα σημαντικά βιβλία. Θεωρείται πια κλασικός. Οι επιρροές του από την πλούσια σκανδιναβική παράδοση (περιλαμβανομένου του θεάτρου του Ιψεν και του Στρίντμπεργκ) είναι εμφανείς, όπως εμφανής είναι και η κληρονομιά του Κάφκα ή ακόμη οι φρέσκιες τότε επιρροές του παραλόγου όπως είχε ήδη διατυπωθεί στο χαρτί λ.χ. από τον Αλμπέρ Καμί. Η κάθε φράση στη λογοτεχνία του, έγραφε ένας επιφανής σουηδός κριτικός, όσο επιτηδευμένη και αν είναι (και είναι αρκετά συχνά) μοιάζει με βεγγαλικό που καταυγάζει την ύπαρξη. Ωστόσο, η φωτεινή στιγμή παρέρχεται γρήγορα και οι στάχτες προσπίπτουν στο κεφάλι τού πρόσκαιρα έκθαμβου θεατή, αφήνοντας για κατακάθι ένα δαιμονικό χιούμορ. Με βεγγαλικό έμοιαζε εντέλει και η πλούσια ζωή του Ντάγκερμαν. Λογικό μοιάζει ως εκ τούτου ότι δεν επέπρωτο να την αντέξει για πολύ.

Stig Dagerman

Το φίδι

Μτφ. Γρηγόρης Ν. Κονδύλης,

Ο Μαγιακόφσκι της επανάστασης και του έρωτα αποκαλύπτεται σε μια νέα βιογραφία (Lifo της Τίνας Μανδηλαρά)

 Η απόδοση στα ελληνικά, ακόμα κι αν πολλές φορές ξαφνιάζει με τη δημοτικίζουσα αυθάδειά της, συνάδει απόλυτα με το τολμηρό ύφος του Μαγιακόφσκι και το τέμπο μιας άλλης εποχής. Lifo

 

Η απόδοση στα ελληνικά, ακόμα κι αν πολλές φορές ξαφνιάζει με τη δημοτικίζουσα αυθάδειά της, συνάδει απόλυτα με το τολμηρό ύφος του Μαγιακόφσκι και το τέμπο μιας άλλης εποχής.

Προφανώς ο Γρηγόρης Κονδύλης επιδίωκε να μεταφέρει στο χαρτί τα ελληνικά που θα ταίριαζαν με την απόδοση των ποιημάτων του Ρώσου ποιητή από τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο. Γι’ αυτό και η αποστολή που κατάφερε να φέρει εις πέρας είναι σπουδαία.

 

 

Ήξερε ότι είναι όλος εκρήξεις και χρώμα. Ήξερε επίσης ότι δεν αντέχει τη φθορά. Έγραφε σαν αλλοπαρμένος δημιουργός που γδέρνει το χαρτί με τη σάρκα κι έκανε έρωτα σαν πεινασμένος λύκος ρουφώντας τις στιγμές, όπως ρουφούσαν οι στίχοι του τα άστρα. Δεν είναι τυχαίο ότι επέστρεφε ποιητικά είτε στα αστέρια είτε στο χώμα, όντας γήινος, σχεδόν χοϊκός, και ταυτόχρονα ονειροπαρμένος.

Ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε τον Απρίλη του 1930 στα 37 του χρόνια όχι από απελπισία αλλά από αδυναμία να προσαρμοστεί στο οριοθετημένο σύμπαν που του επεφύλασσε ο 20ος αιώνας: ένα σύμπαν πολύ μικρό για να χωρέσει το μεγαλείο της ποίησης που τον ενέπνευσε και την απεραντοσύνη της τέχνης που κατοικούσε πάντα.

Δεν πρόλαβε να μεγαλώσει, διατηρώντας μέχρι τέλους την παιδικότητά του, ακριβώς γιατί οι παράδοξες λέξεις και οι ξέφρενοι ρυθμοί δεν ταίριαζαν με τον ενήλικο κόσμο του Κόμματος.

Ήταν ένας ιδιόμορφος χαρακτήρας τον οποίο προσέγγισε με τον απαραίτητο σεβασμό και τη δικαιοσύνη που θα ταίριαζε στον πιο παρεξηγημένο, ίσως, ποιητή του 20ού αιώνα στη μυθιστορηματική βιογραφία του Φλέγομαι (εκδόσεις Μεταίχμιο) ο Σουηδός Τούρμπγιερν Σέβε, δίνοντάς του τον πρώτο λόγο.

Η απόδοση στα ελληνικά, ακόμα κι αν πολλές φορές ξαφνιάζει με τη δημοτικίζουσα αυθάδειά της, συνάδει απόλυτα με το τολμηρό ύφος του Μαγιακόφσκι και το τέμπο μιας άλλης εποχής.

Προφανώς ο Γρηγόρης Κονδύλης επιδίωκε να μεταφέρει στο χαρτί τα ελληνικά που θα ταίριαζαν με την απόδοση των ποιημάτων του Ρώσου ποιητή από τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο. Γι’ αυτό και η αποστολή που κατάφερε να φέρει εις πέρας είναι σπουδαία.

Για τον Μαγιακόφσκι δεν υφίσταται επανάσταση έξω από την τέχνη και τον έρωτα. Τα ποιήματά του είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου εμπνευσμένα από μια γυναίκα ή καταλήγουν πάντα σε αυτήν.

Καταρχάς, είναι αξιοζήλευτη η γλώσσα του κειμένου που αφουγκράζεται τις εσωτερικές και εξωτερικές διακυμάνσεις του Μαγιακόφσκι: άλλοτε εκτοξεύεται λεκτικά με ανάλογες εντάσεις και άλλοτε αποκαλύπτει έναν ασθματικό ρυθμό δίχως τελείες και κόμματα, όπως ακριβώς ήθελε πολλές φορές να είναι τα κείμενα ο ίδιος ο ποιητής.

Το υλικό που είχε να διαχειριστεί ο συγγραφέας μιας τέτοιας βιογραφίας είναι τεράστιο και αποκαλύπτει βαθιά γνώση όχι μόνο των πολιτικών συγκρούσεων μιας απέραντης χώρας που μετατρέπεται από τσαρική αυτοκρατορία σε κομμουνιστική αλλά και των διαφόρων πόλεων που επισκέπτεται ο Βολόντια: από την πιο ανοιχτή στα γράμματα Οδησσό έως το πιο δεκτικό στη διαφορετικότητα Σοβιέτ του Πέτρογκραντ, όπου κατοικούσε.

Στο μακρινό Μεξικό ο Σέβε βάζει τον ήρωά του να συνομιλήσει με τον Ντιέγκο Ριβέρα για την καταγωγή των χρωμάτων και των φυλών, ενώ στην Αμερική τον υποβάλλει σε έναν εσωτερικό διάλογο με τον Σέργουντ Άντερσον και τον κάνει να αγαπήσει το Χάρλεμ, όπου έβρισκε κάτι «από τα αναρχικά πανηγύρια του Νέστορ Μάχνο».

Φροντίζει, δηλαδή, να αναδείξει τα αστικά χαρακτηριστικά που είναι σύμφυτα με το οντολογικό σχέδιο ενός ποιητή που αγάπησε τις πόλεις, σε αντίθεση με τη φύση, την οποία μίσησε από τότε που η ζωή τού στέρησε νωρίς τον δασοφύλακα πατέρα του. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ο Μαγιακόφσκι ταυτίστηκε με τον Δον Κιχώτη, παρομοιάζοντας τον εαυτό του με έναν σατιρικό συγγραφέα θεατρικών και παιδικών βιβλίων, αλλά και με έναν αλλόκοτο ποιητή που αντιμετώπιζε τη βαρύτητα της ύπαρξης με αυθάδικο γέλιο.

Η αντάρα που προξένησε η επιβλητική μορφή του και το βροντερό του δόρυ ήταν ανάλογη με το βιομηχανικό εργοστάσιο που έστησε στην καρδιά της ποίησης, γεμάτο από υλικά σκουριασμένα, ριγμένα στις σκοτεινές γειτονιές της πόλης τη νύχτα: «Παίρνω την παρατημένη μου καρδιά/ και την κουβαλώ/ σαν τον σκύλο που στην τρώγλη κουβαλά/ το πόδι που του έκοψε το τρένο».

Τοrbjorn Safve, Φλέγομαι, Μτφρ.: Γρηγόρης Κονδύλης, Σελίδες: 592, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Από τα πρώτα του εκείνα βήματα ως μέλους μιας παράδοξης φουτουριστικής παρέας που περιόδευε στις διάφορες πόλεις της προεπαναστατικής Ρωσίας έως την τελευταία του περίοδο, κατά την οποία, αναγνωρισμένος ποιητής πια, είδε τη Μόσχα να τον υποδέχεται ως έναν ευφάνταστο κοσμοπολίτη, οι πόλεις ήταν εκεί για να αποκαλύψουν το χαμένο μεγαλείο και τα εσωτερικά τους όργανα.

Ίσως γι’ αυτό, όπως αποκαλύπτει και το βιβλίο, στον Μαγιακόφσκι δεν άρεσε ποτέ ο Σαγκάλ, ο οποίος συνήθιζε να αντικρίζει τις πόλεις μόνο από ψηλά.

Σε αντίθεση με τον διάσημο ζωγράφο, ο ίδιος δεν ήθελε απόσταση αλλά εγγύτητα και θόρυβο: κρεβάτια που τρίζουν, εξεγέρσεις και νέες μορφές έκφρασης και ανατροπής, καθώς, όπως έγραφε, μαζί με τον Μπουρλιούκ και τον Κάμενσκι, στο δικό τους φουτουριστικό μανιφέστο: «Ο ελεύθερος λόγος του δημιουργικού ατόμου θα γράφεται στο εξής σε τοίχους, ταμπλό, δρόμους, αμάξια, άμαξες, πάνω σε τραμ και στα ρούχα των ανθρώπων».

Ίσως γι’ αυτό βρέθηκε πιο κοντά στους επαναστάτες, διατρανώνοντας ωστόσο τη βαθιά του απέχθεια προς τη γραφειοκρατία και κηρύσσοντας τον πόλεμο σε οτιδήποτε θύμιζε οριοθέτηση, καθοδήγηση ή Κόμμα. Σάμπως να ανδρώθηκε μαζί με τον ρωσικό μοντερνισμό και τις τολμηρές αντηχήσεις του, επιβάλλοντας μια αλλόκοτη και σουρεαλιστική γλώσσα: εμβληματική είναι η σκηνή της γνωριμίας του με τον Μπουλγκάκοφ, ο οποίος του συστήνει τους πρωτοποριακούς συγγραφείς της εποχής, μεταξύ των οποίων τον συγγραφέα της Πετρούπολης Μπέλι.

Για τον Μαγιακόφσκι δεν υφίσταται επανάσταση έξω από την τέχνη και τον έρωτα, και ας κατηγορήθηκε γι’ αυτό από τους κριτικούς της εποχής και τους μπολσεβίκους. Τα ποιήματά του είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου εμπνευσμένα από μια γυναίκα ή καταλήγουν πάντα σε αυτήν: από την όμορφη Μαρία έως την αισθαντική Έλσα –άσχετα με το αν λάτρεψε τελικά την αδελφή της Λίλι– και από την ελεύθερη Λαρίσα έως την πιο επιβλητική Βερόνικα.

Στις φαντασιώσεις του επανέρχεται, όπως επιμένει εμφατικά ο Σέβε, η μορφή της Άνα Αχμάτοβα, αλλά και της σταρ της εποχής Βέρα Χολόντναγια. Γυναίκες πραγματικές, σύντροφοι και μούσες που τροφοδότησαν την ανέφικτη εικόνα που έτρεφε ο Βολόντια για τον έρωτα που δεν χωρούσε στην πραγματική ζωή: «Συντρίμμια η βάρκα της αγάπης/ πάνω στην καθημερινότητα».

Δεν του άρεσε η γλυκερή αίσθηση που κατέτρυχε τους ποιητές και συγγραφείς της εποχής, ούτε μπορούσε να ενστερνιστεί τις εκφραστικές επιταγές που επέβαλλαν τα διάφορα ρομάντζα (ακόμα και ο Λένιν φαίνεται κάποια στιγμή να κλαίει, διαβάζοντας την Κυρία με τις Καμέλιες). Για εκείνον: «Έρωτας δεν είναι λάβα ρέουσα/ Ούτε και κάρβουνο πυρακτωμένο/ που ρέει από το ηφαίστειο του στέρνου/ κι από τα κυματιστά πυκνά δάση του./ Έρωτας είναι να τρέχεις τις μικρές ώρες/ μ’ ένα τσεκούρι π’ αστράφτει τη νύχτα/ σε τρύπια σεντόνια να πέφτεις».

Είναι ακριβώς ο έρωτας που ένιωθε για την παντοτινή αγαπημένη του Λίλι Γιούρεβνα Μπρικ, στην οποία είχε αφιερώσει το «Σύννεφο με παντελόνια» και πάνω στη ράχη της οποίας έγραφε τον «Αυλό των Σπονδύλων». Σύζυγος της Λίλι ήταν ο εκδότης του Όλιπ και όλοι μαζί ενεπλάκησαν σε ένα παράξενο τρίγωνο το οποίο, όπως φανερώνει το βιβλίο, έκρυβε αγάπη και απόλυτο σεβασμό, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές του (στο τέλος, μάλιστα, έγινε εξάγωνο!).

Είναι συγκλονιστική η στιγμή που ο Μαγιακόφσκι διαβάζει το «Σύννεφο με παντελόνια» στο σπίτι του Όλιπ και της Λίλι, με τον Γκόργκι –τον οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν εκτίμησε ποτέ– να ακούει σχεδόν εκστασιασμένος. Σε ένα βιβλίο, άλλωστε, που φέρει τον τίτλο Φλέγομαι, από τον ομώνυμο στίχο, δεν μπορεί να μην έχουν σημασία οι στιγμές, ειδικά αυτή στο νοσοκομείο λίγο πριν από το επερχόμενο τέλος ή όταν ο Μαγιακόφσκι γράφει σε μια χαρτοπετσέτα το τρίπτυχο της ζωής του, Τέχνη – Επανάσταση – Σεξουαλικότητα.

Με μια λέξη, «δημιουργία». Με αυτήν απαντούσε στον λαϊκισμό, στους αχθοφόρους της επανάστασης οι οποίοι επέμεναν στη ματαιότητα της καλλιτεχνικής πράξης: «Πιο όμορφο είναι, φυσικά, να πλανίζεις ξύλα. Η δουλειά μας, όμως, εμάς των ποιητών είναι να πλανίζουμε τα αργόστροφα κεφάλια των ανθρώπων» απαντά σε έναν εργάτη που ενίσταται για την αναγκαιότητα του καλλιτεχνικού έργου.

«Χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον, εργάτη. Ο εργάτης του λόγου και ο εργάτης της γης –και σε καιρό πολέμου– ο εργάτης των σφαγών». Τον Μαγιακόφσκι δεν τον πείραξε ποτέ το βαθύ κόκκινο της επανάστασης ή του αίματος αλλά η έλλειψη εναλλαγών και η αχρωματοψία σε έναν ασπρόμαυρο κόσμο: «Τα χρώματα δεν θα τα πειράξετε… ειδικά το κόκκινο. Θέλω την κοινωνία μας πολύχρωμη, με πολλή μουσική και ποίηση. Δεν φοβάμαι τις εντελώς αντίθετες απόψεις. Με διεγείρουν υπερβολικά οι διενέξεις. Αν εξαφανίσετε όλες τις διαφορές, τότε θα πέσει βουβαμάρα και τα χρώματα θα χαθούν».

Αυτός είναι εν ολίγοις ο πάντοτε απρόβλεπτος Μαγιακόφσκι του Σέβε και όλων σχεδόν των ανθρώπων, σε μια βιογραφία που μπορεί να είναι μυθιστορηματική, αλλά υπερτονίζει την αλήθεια.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

 

ΟΙ ΑΠΟΚΛΗΡΟΙ
Εκδοτικός Οίκος
ΠΑΤΑΚΗΣ
Συγγραφέας
Μετάφραση
Γρηγόρης Κονδύλης
Κατηγορία
ISBN
978-960-16-4064-8
Σελίδες
726

Μια ματιά «από μέσα» στο Ολοκαύτωμα των Πολωνοεβραίων

Ο Στιβ Σεμ-Σάντμπεργκ γεννήθηκε το 1958 και κατοικεί στη Στοκχόλμη και στη Βιέννη. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Σουηδούς συγγραφείς σήμερα. Για το μυθιστόρημα «Απόκληροι», που μεταφράζεται σε 30 γλώσσες, απέσπασε το βραβείο August Strindberg, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Σουηδίας.

Το 1940, οι Ναζί ίδρυσαν στην πολωνική πόλη Γκουντζ (κοντά στη Βαρσοβία) αυτό που θα γινόταν στη συνέχεια το δεύτερο μεγαλύτερο εβραϊκό γκέτο. Οι «Απόκληροι» είναι η ιστορία του διορισμένου από τους Γερμανούς Εβραίου διοικητή Μορντεχάι Χάιμ Ρουμκόφσκι και του σκοτεινού και εξαιρετικά αμφίσημου ρόλου του στο Ολοκαύτωμα των Πολωνοεβραίων. Η παραπάνω περιγραφή, από το οπισθόφυλλο ενός βιβλίου επτακοσίων και πλέον σελίδων, συνοψίζει όσα συνέβησαν σε αυτή την πόλη των 320.000 Εβραίων κατοίκων, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1942-1944. Στηρίζεται στο Χρονικό, ένα αρχείο τριών χιλιάδων σελίδων, όπου καταγραφόταν, από το 1941, η καθημερινή ζωή στο γκέτο. Ας λεχθεί από την αρχή ότι, παρά το ζοφερό θέμα του και την αντικειμενική δυσκολία προσέγγισής του, το βιβλίο διαβάζεται με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, χάρη στην ικανότητα του συγγραφέα να αποδεσμεύεται από την ακαμψία του πρωτογενούς υλικού και να δημιουργεί μυθιστορηματικούς χαρακτήρες με αφετηρία πραγματικά πρόσωπα.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: Το πρώτο, με τίτλο «Εντός των τειχών», διαδραματίζεται από τον Απρίλιο του 1940 έως το Σεπτέμβριο του 1942, το δεύτερο («Το παιδί») από το Σεπτέμβριο του 1942 έως τον Ιανουάριο του 1944, στο τρίτο («Η τελευταία πόλη»), από το Σεπτέμβριο του 1942 έως τον Αύγουστο του 1944, ο συγγραφέας επιστρέφει σε ορισμένα γεγονότα για να τα φωτίσει από μια διαφορετική γωνία, ενώ το τέταρτο μέρος («Νυχτερινή όραση») καλύπτει περίπου την περίοδο από την εγκατάλειψη του γκέτο μέχρι τον ερχομό των Ρώσων (Αύγουστος 1944-Ιανουάριος 1945). Η αυλαία ανοίγει με τον πρόλογο («Ο Πρόεδρος μόνος» – 1-4 Σεπτεμβρίου 1942), όπου ο Χάιμ Ρουμκόφσκι προσπαθεί να «περάσει» στο λαό του την απόφαση των Γερμανών για απομάκρυνση όλων των παιδιών κάτω των δέκα ετών από το γκέτο. Είναι το καθοριστικό σημείο για το γκέτο, αλλά και για τον ίδιο τον Ρουμκόσφκι, ο οποίος μέχρι τότε έχαιρε μιας περίπου γενικής εκτίμησης, αν όχι και λατρείας, ιδιαίτερα ως «πατέρας» των ορφανών παιδιών του «πράσινου σπιτιού». Η προσωπικότητα αυτού του εβδομηντάχρονου πρεσβύτερου των Εβραίων οικοδομείται στο μυθιστόρημα με δομικά υλικά τις αποφάσεις που παίρνει για το γκέτο, εφαρμογή κάθε φορά των αποφάσεων του Γερμανού κατακτητή. Αυτές οι αποφάσεις διαπνέονται από την αμφιλεγόμενη αντίληψη ότι αν θυσιαστούν κάποιοι τώρα θα διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη επιβίωση στο γκέτο (σελ. 292-293). Και είναι αμφιλεγόμενη, γιατί στην περίπτωση αυτή, όπως και στις περισσότερες άλλες, δεν καταφέρνει να αποτρέψει τα χειρότερα.

Η μία απέλαση φέρνει την άλλη και ό,τι ακολουθεί, ξεπερνά ακόμη και την πιο νοσηρή φαντασία. Οι Εβραίοι του Γκουντζ ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης κι όμως πρέπει να δουλεύουν όλο και πιο εντατικά στα εργοστάσια και στα εργαστήρια που παράγουν στολές και άλλα εφόδια για το γερμανικό στρατό, με μόνη ανταμοιβή ένα πιάτο νερωμένη σούπα. Την ίδια ώρα, η ιεραρχία τους (οι διευθυντές των εργοστασίων, της αστυνομίας, των φυλακών, είναι όλοι Εβραίοι) απολαμβάνει πλουσιοπάροχα γεύματα, έστω και λίγο κατώτερα σε ποσότητα και ποιότητα από αυτά των κατακτητών. Ο συγγραφέας καταφέρνει να αποτυπώσει την καθημερινή ζωή στο γκέτο με την «κανονικότητα» και τις «εξάρσεις» της, τον αγώνα για επιβίωση, την ολοκληρωτική διάψευση της ελπίδας για σωτηρία. Παράλληλα, αναδεικνύει πως σε αυτή την κόλαση επί της γης, υπάρχουν εκείνοι που αντιστέκονται όπως ο Γιάνκελ που κάνει «απεργία σούπας» (σελ. 566-67). Εκτός από τους αφανείς ήρωες της καθημερινότητας, υπάρχουν επίσης εκείνοι που δουλεύουν στα υπόγεια του αρχείου και οι διάσπαρτοι σε ερειπωμένα πατάρια ακροατές των ραδιοφωνικών σταθμών που καταγράφουν και διαδίδουν από στόμα σε στόμα τις ήττες των Γερμανών στο μέτωπο και την προέλαση των Ρώσων. Μία από αυτούς είναι η Τσεχο-εβραία Βέρα, ένα δευτερεύον πρόσωπο του μυθιστορήματος που παρουσιάζεται να ενσαρκώνει κατά κάποιο τρόπο τις τελευταίες ελπίδες του γκέτο, ίσως γιατί προέρχεται από μια άλλη χώρα. Υπάρχει, τέλος, ο αμφιλεγόμενος νεαρός Άνταμ που, ως ο τελευταίος «επιζών», μονοπωλεί σχεδόν το τέταρτο (και συγκλονιστικότερο) μέρος του βιβλίου.

Μυθιστορήματα για το Ολοκαύτωμα και τα φρικτά εγκλήματα των Γερμανών έχουν γραφτεί πολλά. Η πρωτοτυπία ή η ιδιαιτερότητα του αριστουργηματικού βιβλίου του Σάντμπεργκ βρίσκεται, ίσως, στο ότι παρουσιάζει, με τρόπο τεκμηριωμένο σε ένα μυθιστόρημα, τη δράση των Εβραίων υπευθύνων του γκέτο αφήνοντας τον αναγνώστη να κρίνει αν με τις ενέργειές τους πρόδωσαν ή όχι το λαό τους. Εκτός από το διαφωτιστικό σημείωμα του συγγραφέα, που παρατίθεται στο τέλος, εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι και το επίμετρο του μεταφραστή Γρηγόρη Ν. Κονδύλη.

Jan Guillou / Γιαν Γκιγιού Κατάσκοποι, ρεπορτάζ, ιππότες και μάγισσες

Γιαν Γκιγιού

 

 

5bc0d5b78bcfa998ce1423a00230b702.jpg20254294.jpgCoq rouge.jpgcarl.jpg

Φωτογραφίες του Στέλαν Σκάρσγκορντ από την ταινία Goq Roug στον  ρόλο του Καρλ Χάμιλτον, καθώς και του Μίκαελ Πέρσμπραντ που έπαιξε τον ίδιο ρόλο στην ταινία  I nationens intresse (Για λόγους εθνικής ασφαλείας)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρονολογικός πίνακας

 

  • 1944 – Ο Γιαν Όσκαρ Σβέρε Λυσιέν Ανρί Γκιγιού γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου
  • 1964 – Αποφοίτηση από το γυμνάσιο (εσωτερικό σχολείο / οικοτροφείο) του Βίγκμπιχολμ.
  • 1966-1967 – Εργάζεται ως δημοσιογράφος στο Φόλκετ ι Μπιλντ-ακτουέλτ (FiB-aktuellt).
  • 1970-1975 – Δημοσιογράφος στο Φόλκετ ι Μπιλντ/Κουλτούρφροντ (Folket i Bild/Kulturfront).
  • 1971 – Εκδίδει το πρώτο μυθιστόρημά του στον εκδοτικό οίκο Norstedts με τίτλο Om kriget kommer (Αν ξεσπάσει πόλεμος).[1]
  • 1973 – Η αποκάλυψη των κρυφών δραστηριοτήτων του ΙΒ (Υπηρεσία Πληροφοριών).
  • 1973-1974 – Φυλακίζεται με την κατηγορία της κατασκοπίας.
  • 1975 – Ένα άρθρο του για τις δραστηριότητες της CIA στη Σουηδία οδηγεί στη φυγή δύο Αμερικανών διπλωματών από τη χώρα.
  • 1981 – Υπεύθυνος του τηλεοπτικού προγράμματος Rekord-Magasinet (τηλεοπτικό Μαγκαζίνο).
  • 1984 – Με τη δημοσιογραφική του έρευνα αποδεικνύει ότι η καταδίκη του Κιθ Σέντερχολμ για δολοφονία δεν έστεκε. Λεπτομέρειες για την έρευνά του στο βιβλίο του Justitiemord (Δικαστική πλάνη) που εκδόθηκε το 1983.
  • 1986 – Γράφει το πρώτο θρίλερ με τον Καρλ Γκούσταφ Γκίλμπερτ Χάμιλτον με τίτλο Coq Rouge (στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ με τίτλο Η ιστορία ενός Σουηδού κατασκόπου, σε μετάφραση Γρηγόρη Κονδύλη, 2013).
  • 1988 – Βραβεύεται από τη Σουηδική Ακαδημία Αστυνομικού Μυθιστορήματος για το βιβλίο του I nationens intresse (Για λόγους εθνικού συμφέροντος). Το βιβλίο αυτό θεωρήθηκε ως το καλύτερο σουηδικό βιβλίο στο είδος του.  
  • 1995 – En medborgare höjd över varje misstanke (Πολίτης υπεράνω πάσης υποψίας): το δέκατο και τελευταίο βιβλίο με τον Καρλ Χάμιλτον σπάζει όλα τα προηγούμενα ρεκόρ εκδόσεων, ενώ όλη η σειρά έχει πουλήσει περίπου 5 εκατομμύρια αντίτυπα.
  • 1998-2001 – Τα βιβλία με τον Ναΐτη Αρν Μάγκνουσον — Vägen till Jerusalem, Tempelriddaren, Riket vid vägens slut (Ο δρόμος προς την Ιερουσαλήμ, στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2005, μετάφραση από τα αγγλικά Βαγγέλης Κατσάνης, Ο Ναΐτης, Το βασίλειο στο τέλος της διαδρομής), καθώς και η ανεξάρτητη συνέχεια της τριλογίας με τίτλο Arvet efter Arn (Η κληρονομιά που άφησε ο Αρν), προκαλούν μαζική εισβολή τουριστών στην επαρχία Βεστεργέτλαντ της Σουηδίας.
  • 2000-2004: πρόεδρος του Publicistklubben (Ένωση Δημοσιογράφων Σουηδίας).
  • 2002 – Εκδίδεται το βιβλίο Häxornas försvarareett historiskt reportage (Ο υπερασπιστής των μαγισσών – ένα ιστορικό ρεπορτάζ).

 

 

 

 

 

 

 

(Το βιβλίο Σε αναζήτηση της ιστορίας είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο)

 

Επειδή ορισμένες μέρες τυχαίνει να λαβαίνω πάνω από δέκα διαφορετικές ερωτήσεις για μένα τον ίδιο και για τη δουλειά μου από παιδιά του σχολείου και από φοιτητές πανεπιστημίου που πρέπει να γράψουν εκθέσεις ή εργασίες για το συγγραφικό μου έργο θεώρησα ότι το πράγμα έγινε λίγο αφόρητο.

Αν αφιέρωνα τόσο πολύ χρόνο για να απαντήσω σε όλες αυτές τις ερωτήσεις, ερωτήσεις λίγο πολύ αξιοπρόσεκτες, και σίγουρα κολακευτικές, δεν θα έγραφα ποτέ τίποτα. Για τον λόγο αυτόν δεν απάντησα στις περισσότερες, αλλά αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Έτσι αποφάσισα να γράψω αυτό το βιβλίο. Δεν ήταν καμιά ευχάριστη δουλειά, για πολλούς λόγους. Εν μέρει είναι λίγο απρόσωπο, αλλά σίγουρα καλύτερο από το να μην δίνω καμία απάντηση. Και, εν μέρει, δεν πρέπει να είμαι εγώ το άτομο που θα αναλύσει και θα κρίνει το ίδιο μου το έργο. Αν είχα διάθεση να γράψω την αυτοβιογραφία μου θα το είχα ήδη κάνει.

Η συνηθέστερη δικαιολογία που προβάλλουν όσοι μου γράφουν, και θέλουν να κάνω τη δουλειά τους, είναι πως δεν έχω πεθάνει ακόμη και δεν με περιγράφουν ακόμη στα βιβλία τόσο διεξοδικά όσο περιγράφουν τους ήδη μακαρίτες συγγραφείς.

Έχει πλάκα αυτή η άποψη, αλλά δεν είναι αληθινή. Περιστασιακά μου στέλνουν, δάσκαλοι και καθηγητές, εργασίες για μένα και για το έργο μου για να τις δω, και παρόλο που ζω ακόμη οι εργασίες αυτές είναι πολύ λεπτομερείς. Κι αυτό συμβαίνει επειδή μπορεί κανείς —μια που είμαι γνωστός και πολλοί έχουν γράψει πολλά και διάφορα για μένα— να βρει μέσα από τα δημοσιογραφικά αρχεία πάρα πολύ υλικό.

Θα ήθελα επίσης να επισημάνω, μετά λόγου γνώσεως, ότι δεν είναι σίγουρο πως αποκτά κανείς μια θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας επειδή είναι πεθαμένος. Αν και αυτό δεν χρειάζεται να μας απασχολεί τώρα. Θα φανεί αργότερα.

 

Στοκχόλμη, Αύγουστος 2002

 

 

Παιδικά χρόνια, εφηβεία

 

«Ο Νορβηγός παππούς μου ήταν πλούσιος, είχε σπουδάσει μηχανικός στη Δρέσδη, είχε για χόμπι την ιστιοπλοΐα και συμμετείχε σε αγώνες, όχι πάντα με επιτυχία. Ζούσα σε πλούσιο περιβάλλον, είχα δύο Νορβηγίδες υπηρέτριες που με φρόντιζαν. Έπρεπε να γίνω εφτά ή οχτώ χρόνων για να καταλάβω ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι πλούσιοι.

»Η μητέρα μου έμεινε έγκυος από τον γιο ενός Γάλλου που εργαζόταν στη γαλλική πρεσβεία ως επιστάτης. Θα μπορούσαν να ήταν και χειρότερα τα πράγματα. Αλλά και καλύτερα. Ευτυχώς για μένα αυτό συνέβη πριν από την εποχή των αμβλώσεων. Την πάντρεψαν με το ζόρι. Με κουβαλούσε ήδη τρεις μήνες μέσα της.

»Ο πατέρας μου ασχολούνταν με την πολιτική. Ήταν ήδη 1943 και η Γαλλία είχε γερμανική κατοχή. Ο πατέρας μου ήταν αντίθετος στην κυβέρνηση του Βισύ. Για τον λόγο αυτόν αργότερα ο Ντε Γκολ τον έκανε πρέσβη της Γαλλίας. Αλλά ο γάμος αυτός δεν κράτησε. Ο πατέρας μου έτρεχε πάντα πίσω από τον Ντε Γκολ και η μητέρα μου ερωτεύτηκε έναν σαδιστή κατώτερης τάξης. Έτσι πέρασε σε έναν άλλο κόσμο, φτωχότερο, όταν ακολούθησε τον έρωτά της στη Σουηδία.

»Ο πατριός μου με έδερνε κάθε μέρα μετά το φαγητό. Το σύστημα που ακολουθούσε περιγράφεται με δημοσιογραφική ακρίβεια στο μυθιστόρημα Ondskan (στα ελληνικά Το ξέσπασμα της βίας από τις εκδόσεις Ωμέγα και σε μετάφραση Γρηγόρη Κονδύλη). Έγινα κι εγώ βίαιος στο σχολείο, με απέβαλαν από αρκετά, κατέληξα εσωτερικός στο σχολείο της Σουλμπάκα, ήρθα αντιμέτωπος με τους παλιότερους, μπόρεσα να επιβληθώ από σωματική άποψη, αλλά με τάραξαν στις τιμωρίες και στα καψόνια. Είχα ορκιστεί να γίνω δικηγόρος για να σύρω στα δικαστήρια τους υπεύθυνους του σχολείου. Διάβασα τον Στρίντμπεργ ο οποίος μου άνοιξε τα μάτια. Όταν με πετούσαν στο πειθαρχείο της Σουλμπάκα (το προτιμούσα από το να πηγαίνω τα Σαββατοκύριακα στον σαδιστή που περίμενε να με δείρει) διάβαζα Στρίντμπεργ. Είδα ότι η επανάστασή του δεν έμοιαζε με τη δική μου, δεν έλυνε τα πάντα με το ξύλο. Η δική του εξέγερση ήταν εποικοδομητική, είχε δομή, λογική και είχε ως στόχο κάτι πολύ σημαντικότερο από το δικαίωμα να σπας στο ξύλο του παλιότερους μαθητές.  Τότε μου πέρασε από το μυαλό να γίνω συγγραφέας.

»Στα δυο χρόνια που έμεινα εκεί και όλα αυτά που πέρασα με έκαναν να αλλάξω, να δω τον κόσμο με άλλα μάτια, να απαρνηθώ τη βία που μου είχαν εμφυτεύσει και την οποία εγώ τροφοδοτούσα με τις πράξεις μου».

 

Παρά την παραπάνω δήλωση κατάφερε να απαλλαγεί από τον πατριό χρησιμοποιώντας ξανά βία. Εν ολίγοις: τον έσπασε στο ξύλο και τον πέταξε έξω από το σπίτι.

 

Χάθηκαν και τα λεφτά της οικογένειας. Εν μέρει από τις “δουλειές” του πατριού αλλά και από τη διαμάχη μεταξύ των κληρονόμων του παππού. Τα λεφτά τα έφαγαν οι δικηγόροι.

 

Η μητέρα έγινε υπάλληλος σε κατάστημα ειδών υγιεινής. Έγινε μετά σοφέρ του αφεντικού της. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τα μεσιτικά. Και η οικογένεια βρέθηκε πάλι με χρήματα. «Τη θαυμάζω πολύ για όλες αυτές τις προσπάθειές της και για όσα κατάφερε, παρά τις αναποδιές, αλλά ακόμη απορώ πώς μπορούσε να δέχεται το ξυλοκόπημα του ίδιου της του γιου από τον σαδιστή».

 

Στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου επιλέγει θεωρητική κατεύθυνση, στόχος του παραμένει η νομική αλλά δεν έχει βγάλει εντελώς από το μυαλό του τη συγγραφή. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίον σκέφτεται τώρα εκείνους τους στόχους, ειδικά αυτόν της συγγραφής:

«Όταν είσαι στο γυμνάσιο δεν μπορείς να δεις πέρα από τη μύτη σου, τουλάχιστον αυτό συνέβη σ’ εμένα. Ο κόσμος σου είναι 24 άτομα όλος κι όλος, οι συμμαθητές σου. Κι εσύ γράφεις πολύ καλύτερα από όλους τους άλλους. Υπάρχει τρόπος μέτρησης γι’ αυτό, τον λένε βαθμολογία […] Το μέτρο λοιπόν ήταν τα 24 άτομα. Λογικό είναι, λοιπόν, ο κάθε Σουηδός συγγραφέας να ήταν ο καλύτερος στην έκθεση στην τάξη του και ως εκ τούτου να πίστευε ότι θα γινόταν συγγραφέας. Κάπως έτσι φτάνουμε να έχουμε άλλους 1.000 συγγραφείς εκεί που δεν χρειάζονται.

»Αλλά ποιος ο λόγος να τα συνειδητοποιείς αυτά τριάντα χρόνια αργότερα; Αν έμπαινε κάποιος στην τάξη μας και έλεγε ότι ήταν από το μέλλον και ότι ήξερε πως ένας από τους μαθητές θα διαβαζόταν περισσότερο και από τον Στρίντμπεργ στην εποχή του, θα κουνούσα στοχαστικά το κεφάλι συμφωνώντας μαζί του και θα έλεγα ότι, βεβαίως, αυτό ακριβώς είχα κι εγώ κατά νου. Με λίγα λόγια ήμουν ένας ηλίθιος, και ας αφήσουμε κατά μέρος τις υποκρισίες. Αλλά όταν είσαι είκοσι χρόνων έχεις δικαίωμα να είσαι ηλίθιος».

 

Μετά το γυμνάσιο γράφει ένα μυθιστόρημα και μερικά διηγήματα, τα στέλνει στους τότε γνωστούς εκδοτικούς οίκους που τα απορρίπτουν ευγενικά. Ο Γιαν τα χαρακτηρίζει σήμερα “ακαταλαβίστικα”. Και προσθέτει πως ήταν τυχερός που τα απορρίψανε. Μάλιστα όταν το 1973 η Αστυνομία Ασφαλείας έκανε έφοδο στο σπίτι του και κατέσχεσε ένα σωρό γραπτά, πήραν μαζί τους κι αυτά. Όταν έπειτα από καιρό του τα επέστρεψαν συνέβη το εξής:

«[…] βρήκα μια μεγάλη στοίβα χαρτιά με ένα λαστιχάκι γύρω τους. Σε ένα ανοιχτοπράσινο σημείωμα είδα τον αριθμό κατάσχεσης και την περιγραφή των κατασχεμένων. Η Αστυνομία Ασφαλείας ήταν πολύ λιτότερη στη λογοτεχνική της κριτική από όσο είχαν την καλοσύνη να είναι οι εκδοτικοί οίκοι Bonniers  και Norstedts.

»Πορνογράφημα, είχαν γράψει. Τίποτ’ άλλο.

»Ένιωσα σαν να με είχαν μολύνει και πάνω στον θυμό μου τα άρπαξα και τα πέταξα όλα στο κλειστό τζάκι του σαλονιού.

»Ο δρόμος προς τη συγγραφή θα περνούσε από τη δημοσιογραφία. Έτσι ήταν προκαθορισμένο. Ή μπορεί να είχα διαβολεμένη τύχη».

 

 

Δημοσιογραφία

Μετά το γυμνάσιο, το 1964, σπουδάζει νομική για δύο χρόνια. Δεν έχει ξεχάσει ότι πρέπει να κλείσει εκείνο το σχολείο στη Σουλμπάκα. Εργάζεται τα καλοκαίρια στο ελεύθερο (τελωνειακά) λιμάνι της Στοκχόλμης.

Ήταν η εποχή του Πολέμου στο Βιετνάμ. Το μεγαλύτερο μέρος του σουηδικού Τύπου ήταν υπέρ των ΗΠΑ. Γράφει ένα άρθρο για μια γκάφα του σουηδικού στρατού σχετική με τη θητεία του και το δίνει στο εβδομαδιαίο περιοδικό Φόλκετ ι Μπιλντ/ακτουέλτ. Το ταλέντο του εκτιμάται πάραυτα από αρχισυντάκτη και διευθυντή σύνταξης.

Το πρώτο συγκλονιστικό ρεπορτάζ του είναι για τα καψόνια που γινόταν στο σχολείο Σουλμπάκα όπου είχε πάει “εσωτερικός”. Άφησε να μαθευτεί ότι έδινε χίλιες κορόνες (πάρα πολλά λεφτά εκείνη την εποχή) σε όποιον του έφερνε την καλύτερη φωτογραφία ξυλοδαρμού. Το αποτέλεσμα ήταν ένα καταπληκτικό ρεπορτάζ με πολύ καλές, για τον σκοπό που εξυπηρετούσαν, φωτογραφίες ξυλοδαρμού στο σχολείο. Ξέσπασε σκάνδαλο. Απαιτήθηκε από το κράτος να σταματήσει να χρηματοδοτεί το σχολείο και σύντομα η Σουλμπάκα έκλεισε.

Ανακαλύπτει έτσι τη δύναμη της δημοσιογραφίας: »…μήπως έπρεπε τελικά να γίνω δημοσιογράφος;» αναρωτιέται.

Οι επιτυχίες που ακολούθησαν τον έκαναν να εγκαταλείψει τη νομική. Διαφωνεί ωστόσο με τον διευθυντή σύνταξης στο θέμα του Βιετνάμ:

«Ο διευθυντής σύνταξης Ρούνε Έρνεσταντ μου εξήγησε σε μια αρκετά υψηλών τόνων κουβέντα μας ότι “εδώ στον εκδοτικό οίκο είμαστε φιλελεύθεροι” και επιπλέον ότι ήταν οι ΗΠΑ που έσωσαν την Ευρώπη από τον ναζισμό. Εγώ αντέταξα ότι μάλλον ήταν ο σοβιετικός στρατός που νίκησε τους ναζί, κάτι που είναι άλλωστε αλήθεια. Κέρδισα μιαν απόλυση με άμεση ισχύ και μισθό τριών μηνών.

»Ο Ρούνε Έρνεσταντ έγινε έπειτα διευθυντής σύνταξης στο περιοδικό Allt om mat (Τα πάντα για το φαγητό), εκεί όπου πέθανε πριν της ώρας του από το πολύ φαγητό».

Επιστρέφει στη νομική, αλλά έπειτα από λίγο καιρό αρχίζει ξανά να γράφει για το περιοδικό Φόλκετ ι Μπιλντ/Κουλτούρφροντ.  Εκείνη την εποχή αρχίζει να βρίσκει στοιχεία τη δραστηριότητα της υπηρεσίας πληροφοριών ΙΒ.

 

Υπόθεση ΙΒ

 

Έπειτα από ένα ερευνητικό έργο δύο χρόνων ο Γιαν Γκιγιού μαζί με τον συνάδελφό του Πέτερ Μπρατ δημοσιεύουν τα πρώτα άρθρα τους τον Μάιο του 1973.

«Το ουσιαστικό περιεχόμενο, που ήταν επίσης και ο λόγος για τη δημοσίευση, μπορεί να συνοψιστεί σε μερικά σημεία:

 

  • Η ΙΒ, σε αντίθεση με άλλες κατασκοπικές υπηρεσίες σε χώρες σαν τη δική μας —όπως η CIA, η ΜΙ 6, η BND της Δυτικής Γερμανίας, κ.ά.— ήταν άγνωστη στο κοινοβούλιο της Σουηδίας. Γι’ αυτό και δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει έλεγχος σε αυτή την παντοδύναμη υπηρεσία ή νομοθεσία που θα περιόριζε τις αρμοδιότητές της.
  • Η ΙΒ ελεγχόταν, ως εκ τούτου, μόνον από έναν μικρό κύκλο ατόμων της κυβέρνησης και από τη στρατιωτική ηγεσία. Αυτό έκανε την στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών της Σουηδίας ένα τερατούργημα, κάτι που δεν υπήρχε πουθενά αλλού στον δυτικό κόσμο, ένα μίγμα στρατιωτικής (βλέπε κρατικής) και κομματικής οργάνωσης. Διότι το μόνο κόμμα που είχε ανθρώπους στην ΙΒ ήταν οι σοσιαλδημοκράτες.
  • Η ΙΒ είχε αναλάβει την καταγραφή πολιτικών απόψεων των πολιτών, κάτι που το κοινοβούλιο είχε απαγορεύσει στην επίσημη Αστυνομία Ασφαλείας. Κατά την άποψή μας αυτό ήταν, βεβαίως, παράνομο. Σύμφωνα ωστόσο με την Επιτροπή Ελέγχου Δημόσιας Διοίκησης (JO), της οποίας η απόφαση βγήκε πολύ αργότερα, δεν υπήρχε παρανομία, αφού το κοινοβούλιο δεν είχε εξαγγείλει καμία απαγόρευση για το θέμα αυτό σχετικά με την ΙΒ.
  • Η ΙΒ έκανε πολλές παρανομίες για να επιτύχει την παρακολούθηση ατόμων και την καταγραφή των πολιτικών τους απόψεων. Διέρρηξαν στη Σουηδία γραφεία οργανώσεων που υποστήριζαν το Εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο (FNL) και φωτογράφισαν τα αποκόμματα επιταγών για να μάθουν τα ονόματα των αναξιόπιστων πολιτών που έστελναν χρήματα στο FNL. Είχαν τοποθετήσει μυστικούς πράκτορες σε αρκετές οργανώσεις, οι οποίοι δεν παρακολουθούσαν απλώς παθητικά τα μέλη αλλά προσπαθούσαν επίσης να τους οδηγήσουν σε καθαρά εγκληματικές πράξεις, πρότειναν εμπρησμούς εβραϊκών ιδρυμάτων, βομβιστικές απειλές κατά αεροσκαφών και τα παρόμοια. Ένας πράκτορας της ΙΒ απείλησε μάλιστα ότι θα έβαζε βόμβα σε ισραηλινό αεροσκάφος και μετά ανέφερε στην ΙΒ ότι ένα μέλος των ομάδων υποστήριξης της Παλαιστίνης, δηλαδή ο ίδιος, είχε απειλήσει να ανατινάξει αεροσκάφος.
  • Η ΙΒ είχε δική της εξωτερική πολιτική, πολύ διαφορετική από αυτή που είχαν αποφασίσει επίσημα η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο. Και ενώ οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Σουηδίας και ΗΠΑ ήταν όχι απλώς ψυχρές αλλά παγωμένες, λόγω της κυβερνητικής κριτικής κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, η ΙΒ συνεργαζόταν με τη CIA σχετικά με την απόκτηση πληροφοριών από το Βιετνάμ. Η σουηδική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών, με άλλα λόγια, συμμετείχε στον πόλεμο του Βιετνάμ στο πλευρό των ΗΠΑ, ενώ ο πρωθυπουργός της Σουηδίας έβγαζε λόγους επικρίνοντας τον ρόλο των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.
  • Σουηδοί κατάσκοποι δραστηριοποιούνταν στην Αίγυπτο, στη Συρία και στον Λίβανο, δουλεύοντας για το Ισραήλ. Αυτό οφειλόταν σε ένα σύστημα ανταλλαγής υπηρεσιών που συνηθιζόταν ανάμεσα στις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών. Η Σουηδία δεν είχε λόγο να κατασκοπεύει την Αίγυπτο, ούτε καν για λόγους εθνικής ασφάλειας. Αλλά όσες πληροφορίες αποκτούσαν οι δικοί μας κατάσκοποι εκεί, πολύ ευκολότερα από ό,τι θα το έκαναν οι Ισραηλινοί, τις αντάλλασσαν με πληροφορίες των Ισραηλινών για τη Σοβιετική Ένωση.
  • Σουηδοί πολίτες εκδίδονταν στον Ισραήλ και στις μυστικές υπηρεσίες του ενώ καταγράφονταν τα πάντα εδώ στη Σουηδία για τα σπίτια τους, τι κλειδαριές είχαν, σε ποια απόσταση από το έδαφος ήταν το διαμέρισμα, ποιες οδοί διαφυγής υπήρχαν. Κι επειδή η υπηρεσία πληροφοριών του Ισραήλ ανήκει σε αυτές που σκοτώνουν τους αντιπάλους τους δεν ήταν ακριβώς μικρό το αδίκημα που διέπραττε η συγκεκριμένη σουηδική αρχή. Αν ένας απλός πολίτης συλλαμβανόταν για το ίδιο ακριβώς αδίκημα, δηλαδή να δίνει πληροφορίες για Σουηδούς πολίτες ή σουηδικά ιδρύματα σε ξένες υπηρεσίες, θα καταδικαζόταν για προδοσία».

Ο Γιαν Γκιγιού, ο Πέτερ Μπρατ και η σημαντικότερη πηγή τους, ο Χόκαν Ίσακσον, συλλαμβάνονται, ενώ βρίσκονται σε διαφορετικά μέρη της Σουηδίας, στις 23 Οκτωβρίου 1973.

Όσο κι αν προσπάθησαν να ανασκευάσουν τις κατηγορίες που τους είχαν προσάψει – όλα είχαν προαποφασιστεί. Σε δίκη που έγινε κεκλεισμένων των θυρών τους είπαν ότι «η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να εκτίσετε ποινή φυλάκισης μόνον ενός έτους, ανεξάρτητα από το τι είπαμε».

Ο Γκιγιού σημειώνει: «Είναι και ήταν απίστευτο, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η κυβέρνηση, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν μπορεί να παρεμβαίνει σε δικαστικές αποφάσεις».

Έμεινε έναν χρόνο φυλακισμένος για προδοσία.

 

Στη συνέχεια εργάζεται για μερικές μεγάλες εφημερίδες, ανακαλύπτει καινούργια σκάνδαλα, αλλά οι εφημερίδες αυτές αρνούνται να τα δημοσιεύσουν. Αποχωρεί και από αυτές.

Μεταξύ 1980 και 1988 δουλεύει στο τηλεοπτικό Ρεκόρντ-Μαγκαζίνετ. Εκεί κάνει το ρεπορτάζ για τον Κιθ Σέντερχολμ και αποδεικνύει ότι υπήρξε δικαστική πλάνη. Βραβεύεται για το ρεπορτάζ αυτό.

Μετά την τηλεόραση ασχολείται κυρίως με τη συγγραφή. Έχει ήδη γράψει βιβλία για την υπόθεση ΙΒ και για τη δημοσιογραφία. Έχουν όλα μυθιστορηματικό ύφος. Ως προς το περιεχόμενο είναι αμιγώς δημοσιογραφικά («όλα είναι αλήθεια, όλα συνέβησαν, αυτά που υποτίθεται πως είπαν κάποιοι όντως τα έχουν πει, κ.λπ.») αλλά ως προς τη μορφή αμιγώς λογοτεχνικά. Ο Γιαν Γκιγιού ακολουθούσε τότε μια αμερικανική επινόηση που έγινε γνωστή ως “new journalism”, ήτοι “νέα δημοσιογραφία” και που στόχο είχε να συγχωνεύσει τη μυθιστορηματική μορφή με τις απαιτήσεις της δημοσιογραφίας για την αλήθεια. Επιφανείς εκπρόσωποι αυτού του είδους γραφής ήταν ο Τρούμαν Καπότε, ο Τόμας Γουλφ, ο Νόρμαν Μέιλερ.

Το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Το ξέσπασμα της βίας δεν πάει καλά στη Σουηδία. Στη Γαλλία ωστόσο παίρνει το “Prix France Culture”. Αργότερα, στο κατόπι της εμπορικής επιτυχίας των βιβλίων με τον Καρλ Χάμιλτον, αρχίζει να πουλάει. Ξεπερνάει τα 600.000 αντίτυπα. Επίσης γίνεται και ταινία.

 

Τα βιβλία για τον Χάμιλτον

 

Ο Γκιγιού έχει πάρει την απόφασή του να γράψει κατασκοπικά θρίλερ, αλλά χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει πώς θα τα έγραφε και γιατί.

Γνώσεις για κατασκόπους και αστυνομικούς Ασφαλείας είχε σίγουρα λόγω της δημοσιογραφικής του ενασχόλησης με τα θέματα αυτά. Γνώσεις που δεν είχαν ποτέ καταγραφεί. Άλλωστε στη δημοσιογραφία, καταπώς τονίζει ο ίδιος, πρέπει να αποκαλύψεις, για παράδειγμα, μια συγκεκριμένη ανώμαλη κατάσταση. Δεν μπορείς να γράφεις ένα σωρό αοριστίες και πράγματα τα οποία μπορεί να έχουν κάποια σχέση με το θέμα αλλά δεν είναι απαραίτητο να ειπωθούν και να κάνουν το ρεπορτάζ μακροσκελές και μπερδεμένο. Και φυσικά να γράφεις κάτι επίκαιρο, όχι κάτι που συνέβη πριν από πολλά χρόνια. Για παράδειγμα:

«Τον καιρό που ήμουν ακόμη νεαρός δημοσιογράφος, αριστερός όπως πάντα, ο οποίος πάλευε να αποδείξει ότι οι Ισραηλινοί κατασκόπευαν τις σουηδικές ομάδες υποστήριξης της Παλαιστίνης —κάτι που το κατάφερα μερικές φορές— ήμουν ταυτόχρονα και εντελώς άγνωστος για να περάσω κάποιο κείμενο σε μεγάλη εφημερίδα για κάτι τόσο αμφιλεγόμενο.

»Πολύ αργότερα, όταν το εμπόδιο αυτό ξεπεράστηκε, οι ιστορίες είχαν παλιώσει.

»Με λίγα λόγια, εδώ υπήρχε πολύ ενημερωτικό υλικό. Και δουλειά μου ήταν να γράφω, ακόμη και μυθιστορήματα. Οπότε έπρεπε να καταλήξω σε κατασκοπικά μυθιστορήματα».

 

Coq Rouge – Η ιστορία ενός Σουηδού κατασκόπου – 1986

Το πρώτο βιβλίο –με σουηδικό τίτλο Coq Rouge και ελληνικό Η ιστορία ενός Σουηδού κατασκόπου—  με τον Σουηδό αξιωματικό των μυστικών υπηρεσιών, που έχει εκπαιδευτεί στο κέντρο εκπαίδευσης των αμερικανικών Ειδικών ομάδων Θαλάσσης, Αέρος και Ξηράς (SEAL) στην Καλιφόρνια και έχει σπουδάσει ταυτόχρονα πληροφορική στο Πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες, εκδίδεται το 1986. Ο ήρωας ονομάζεται Καρλ Γκούσταφ Γκίλμπερτ Χάμιλτον. Πολιτικά βρίσκεται στην Αριστερά, πρώην μέλος του μαοϊκού Κλαρτέ, έχει αριστοκρατική καταγωγή και αγαπάει την πατρίδα του. Αυτό τον καθιστά ιδιαίτερα πρωτότυπο για ήρωα κατασκοπικού θρίλερ. Η στρατιωτική υπηρεσία τον δανείζει στην Αστυνομία Ασφαλείας της Σουηδίας προκειμένου να βοηθήσει στην έρευνα για τη δολοφονία ενός υψηλόβαθμου στελέχους της αστυνομίας Ασφαλείας. Εκεί ο Καρλ Χάμιλτον καταπλήσσει τους πάντες με τις ικανότητές τους, τόσο στο πεδίο της αναλυτικής σκέψης όσο και στο πεδίο της δράσης.

Σύμφωνα με τον Γκιγιού το βιβλίο αυτό, πέρα από το ότι παρουσιάζει έναν πρωτότυπο τύπο ήρωα, έναν πρωτόγνωρο χαρακτήρα για τέτοιου είδους μυθιστορήματα —μπορούμε να πούμε πως είναι όλα όσα θα περίμενε κανείς αλλά και κάτι περισσότερο— θέλει επίσης να δείξει και κάτι άλλο:

Ότι η υπηρεσία Ασφαλείας μιας χώρας ζει σε μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική από αυτή που ζούμε εμείς, και ο βασικός σκοπός αυτής της ιστορίας είναι να εξηγήσει γιατί συμβαίνει αυτό.

Ένας άλλος στόχος του συγγραφέα ήταν να μιλήσει για κάτι που δεν είχε καταφέρει ποτέ να μιλήσει, δηλαδή για την παρακολούθηση των ομάδων υποστήριξης του παλαιστινιακού αγώνα από την Ασφάλεια. Αυτό δεν θα επιτρεπόταν ποτέ να γραφτεί σε εφημερία.

«Ήθελα να γίνει γνωστό αυτό το μικρό κομμάτι σουηδικής ιστορίας, έστω και σε μυθιστορηματική μορφή».[2]

 

(Περισσότερα για το πώς γεννήθηκε η ιδέα για τον Καρλ Χάμιλτον μπορείτε να διαβάσετε στο επίμετρο του μεταφραστή στο βιβλίο Η ιστορία ενός Σουηδού κατασκόπου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ).

 

Από εδώ και πέρα γεννιέται ένας ολόκληρος μηχανισμός με αιχμή τον Χάμιλτον, με πρόσωπα που επανεμφανίζονται και συγκρούσεις που επαναλαμβάνονται. Έτσι το ερώτημα που μπαίνει κατά καιρούς είναι το εξής: για ποιον σκοπό θα χρησιμοποιήσουμε αυτή τη φορά τον μηχανισμό;

 

 

 

Den demokratiske terroristen (Ο δημοκρατικός τρομοκράτης)  – 1987[3]

Η ιδέα για το βιβλίο αυτό γεννήθηκε από μια δημόσια συζήτηση που είχε ξεκινήσει ήδη εκείνη τον καιρό: πρέπει να απαγορεύονται οι αντιδημοκρατικές αντιλήψεις;

Που σημαίνει: πρέπει η δημοκρατία να αντιμετωπίζει τους αντιπάλους της με αντιδημοκρατικές μεθόδους;

«Φυσικά και δεν το πιστεύω αυτό και το ερώτημα είναι με ποιο τρόπο θα χρησιμοποιήσω τον χαμιλτόνειο μηχανισμό για να το συζητήσω.

»Ένα παρόμοιο πρόβλημα είναι, άλλωστε, αν θα πολεμάμε τους τρομοκράτες με όπλα τον νόμο και το κράτος δικαίου (ένα δημοκρατικό σύστημα, δηλαδή) ή θα κάνουμε μια εξαίρεση ειδικά γι’ αυτούς.

»Ωστόσο η δημοκρατία που κάνει εξαιρέσεις αυτοαναιρείται, οδηγείται σε αντιφάσεις».

Τόπος δράσης: Γερμανία. Εκεί το κατά τ’ άλλα δημοκρατικό σύστημα επιβάλλει ουσιαστικά την ποινή του θανάτου στους αντιπάλους του, με αποτέλεσμα οι τρομοκράτες να έχουν “αποδείξεις” ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί και την προκαλούν ώστε “να δείξει τον πραγματικό της εαυτό” και ιδού ο φαύλος κύκλος.

Ο Χάμιλτον είναι ένας αξιοπρεπής Σουηδός, ένας καλός δημοκράτης με αριστερό παρελθόν. Τον τοποθετούμε στο κέντρο των συγκρούσεων και βλέπουμε τα γερμανικά συμβάντα μέσα από τα μάτια του. “Παιχνιδάκι” θα έλεγε και ο ίδιος ο Χάμιλτον. Όλα τα ερωτήματα για το πώς έχουν ήδη απαντηθεί. Απομένει να απαντηθεί το γιατί.

 

I nationens intresse (Για λόγους εθνικού συμφέροντος) – 1989

Εδώ έχουμε τον εξής προβληματισμό: σε ποιον βαθμό μπορούν τα πολιτικά συμφέροντα να καταργήσουν τους δημοκρατικούς νόμους (κάτι που βίωσε και ο ίδιος ο Γκιγιού μέσα από μια πολιτικά στημένη δίκη και καταδίκη για προδοσία).

Αν κάποιο εθνικό συμφέρον, πραγματικό ή υποτιθέμενο, λάβει σημαντικές διαστάσεις, μπορεί τότε το σύστημα να κάνει τα στραβά μάτια μπροστά σε οποιοδήποτε έγκλημα; Μπορεί, για παράδειγμα, ο Χάμιλτον να διαπράξει φόνο, έναν φόνο σε καθαρά ιδιωτική βάση, εκτός υπηρεσίας και πεδίου δράσης, και να γλυτώσει;

Ο Γκιγιού πήγε και έκανε το ερώτημα αυτό στον παλιό διευθυντή της υπηρεσίας πληροφοριών ΙΒ, τον Μπίργερ Ελμέρ, και άλλους παλιούς, ενεργούς και μη πράκτορες τέτοιων υπηρεσιών.

Η απάντησή τους ήταν καταφατική. Με την προϋπόθεση ότι έπρεπε να υπάρχει κάποιο ζωτικής σημασίας εθνικό συμφέρον. Αν ναι, τότε έστηναν εικονικά δικαστήρια και τα παρόμοια. Είχε συμβεί σε ορισμένες περιπτώσεις.

Εκείνη την εποχή το σημαντικότερο θέμα της εθνικής άμυνας ήταν τα σοβιετικά υποβρύχια που αλώνιζαν στο σουηδικό αρχιπέλαγος. Το “δόλωμα” για να κάνουν το σύστημα να εγκρίνει έναν φόνο εκτός υπηρεσίας ήταν να προσφερθεί μια λύση για τα υποβρύχια.

Τα υπόλοιπα; Παιχνιδάκι.

 

Fiendens fiende (Ο εχθρός του εχθρού) – 1989

Το ερώτημα εδώ αντιστρέφεται: Υπάρχει περίπτωση κατά την οποία το σουηδικό κράτος, το οποίο έχει καταργήσει τη θανατική ποινή ακόμη και σε καιρό πολέμου, να επιτρέψει την εκτέλεση ενός από τους ίδιους τους πολίτες του;  

Αν το έκανε θα ήταν η απόλυτη παραβίαση του Συντάγματος, αλλά το ερώτημα παραμένει: είναι δυνατόν να γίνει;

Αρχίζει ξανά ο κύκλος των συζητήσεων με πρώην και νυν κατασκόπους. Προς μεγάλη του έκπληξη τού απαντούν ότι, ναι, γίνεται. Και μάλιστα ισχυρίζονται ότι είχε γίνει κιόλας. Του ανέφεραν επίσης ποιος θα μπορούσε να ήταν ο στόχος: ο φυγάς κατάσκοπος Στιγκ Μπέργλινγκ, με την προϋπόθεση να είχε καταφύγει στη Μόσχα και να δούλευε για τη σοβιετική μυστική υπηρεσία εκεί. Του αποκάλυψαν επίσης με ποιον τρόπο θα δινόταν η εντολή της εκτέλεσης και με ποιον τρόπο θα παρέκαμπταν την κυβέρνηση και τους συναδέλφους τους, αφήνοντάς τους ουσιαστικά στο σκοτάδι.

«Το μόνο που έκανα ήταν να τα καταγράψω όλα, να πάω στο σπίτι και ν’ αρχίσω να γράφω», λέει ο Γκιγιού.

 

Den hedervärde mördaren (Ο εντιμότατος δολοφόνος) – 1990

«Στο βιβλίο αυτό η αφετηρία είναι εντελώς διαφορετική από αυτή των δύο προηγουμένων, των οποίων τα θέματα δεν παίρνουν περαιτέρω αναλύσεις. Εφόσον το κράτος μπορεί να δολοφονεί, πάει και τελείωσε. Τι άλλο να πει κανείς;

»Αυτή τη φορά πρόκειται για παραποίηση και εξωραϊσμό της ιστορίας. Στην ουσία πραγματεύεται το ίδιο θέμα με το βιβλίο της Μαρίας-Πία Μποέτιους που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, και το οποίο στηλιτεύει την ενδοτική και υποτακτική στάση της Σουηδίας απέναντι στη ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Και ακριβώς αυτή η ιστορική περίοδος δεν είναι κάτι που προβάλλεται ιδιαίτερα στο μάθημα της ιστορίας στα σχολεία μας και ούτε έχει περάσει στην ιστορική μας συνείδηση στον βαθμό που έπρεπε.

»[…] Έβαλα λοιπόν τον Χάμιλτον και την ομάδα του να ανακαλύψουν τι είχαν κάνει οι προκάτοχοί τους στην υπηρεσία εκείνη την περίοδο».

 

Vendetta (Βεντέτα) – 1991

Η ιδέα για τη Βεντέτα εμφανίστηκε το φθινόπωρο του 1990 όταν οι ΗΠΑ μετακίνησαν 50.000 στρατιώτες στη Σαουδική Αραβία. Το Ιράκ (οι Ινδιάνοι της υπόθεσης) έπρεπε να αφανιστεί και φρόντισαν επίσης να ξεκινήσουν πριν από την επίθεση μια εκστρατεία στον Τύπο για το πόσο επικίνδυνος ήταν ο Ιρακινός δικτάτορας για όλο τον κόσμο, κάτι σαν τον Χίτλερ, δηλαδή.

Βέβαια οι ΗΠΑ και ο ΟΗΕ δεν σκέφτηκαν ποτέ να βομβαρδίσουν το Ισραήλ, που επανειλημμένα, τη μια δεκαετία μετά την άλλη, γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για αποχώρηση από τα κατεχόμενα εδάφη.

Άλλωστε οι Ισραηλινοί είναι οι λευκοί. Ο Σαντάμ Χουσεΐν είναι Ινδιάνος. Περικυκλώνουν λοιπόν τους Ινδιάνους, τους αρχίζουν στις κανονιές, τους αφανίζουν σε χρόνο μηδέν και μετά επιστρέφουν στην πατρίδα για να δεχτούν τις επευφημίες των άλλων λευκών και να γράψουν απομνημονεύματα για το πόσο γενναίοι ήταν.

Πώς βάζεις τώρα αυτόν τον μηχανισμό με τον Χάμιλτον μέσα σε αυτή την ψυχολογική και πολιτική παραδοξότητα;

Πρέπει να βρεις κι εσύ κάποιους κακούς. Δεν θα τον στείλεις βέβαια να δολοφονήσει ένα κάρο Άραβες. Αλλά ίσως να τον στείλεις στη Σικελία. Να σκοτώσει τους κακούς εκεί, τους μαφιόζους.

«Θα τον αγαπήσουμε όμως τον Χάμιλτον γι’ αυτό; Όταν θα επιστρέψει θα γίνει δεκτός σαν ήρωας όπως εκείνοι οι Αμερικάνοι πιλότοι;

»Σίγουρα».

Μόνο που το τίμημα θα αποδειχτεί τελικά πολύ μεγάλο.

 

Ingen mans land (Ουδέτερο έδαφος) – 1992

Εδώ παρουσιάζεται ένα από τα μεγαλύτερα και επικινδυνότερα προβλήματα του καιρού μας. Όταν έπεσε η Σοβιετική Ένωση τρία πράγματα ήταν με τα οποία μπορούσε ένας Ρώσος να βγάλει χρήματα: ρωσικό χαβιάρι, τουριστικά σουβενίρ και 27.000 πυρηνικές κεφαλές. Μια καλή πρώην σοβιετική ατομική βόμβα μπορούσε να πουληθεί στην παγκόσμια μαύρη αγορά τουλάχιστον μισό εκατομμύριο δολάρια. Ένα δολάριο τότε έκανε 6.000 ρούβλια.

Έτσι ο Χάμιλτον και μερικοί άλλοι καλούνται να εμποδίσουν τέτοιες αγοραπωλησίες, ειδικά όταν είναι να πάει η βόμβα σε λάθος χέρια. Για λόγους διεθνούς ασφάλειας, η ομάδα αναγκάζεται να δείξει τέτοια σκληρότητα που μόνο με εκείνη των Ες-Ες μπορεί να συγκριθεί.

 

Den enda segern (Η μοναδική νίκη) — 1993

Είναι σχεδόν η ίδια ιστορία με το Ουδέτερο έδαφος. Αλλά τώρα όλες οι έννοιες από το προηγούμενο βιβλίο ανατρέπονται. Ο μόνος πολιτικός που στο πρώτο βιβλίο θεωρήθηκε δειλός και ανήμπορος για δράση, ο Φινλανδός πρόεδρος Μάουνου Κοϊβίστο, αποδεικνύεται τώρα πως ήταν ο μόνος που είχε δίκιο. Τίποτα από όλα όσα έγιναν δεν ήταν απαραίτητο. Αυτό που τότε έμοιαζε ηθικό ήταν ουσιαστικά ανήθικο. Το ότι ο Χάμιλτον και οι άντρες του δεν περνούν από δίκη οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι είναι στο πλευρό των νικητών. Και ως γνωστόν οι νικητές δεν διώκονται για εγκλήματα πολέμου, μόνον οι ηττημένοι διώκονται.

 

I Hennes Majestäts tjänst (Στην υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητος) – 1994

«Η ιδέα αυτή είχε μια ηλικία πέντε ή έξι χρόνων. Ήταν αναπόφευκτο να βάλω τον Χάμιλτον να δρα στην πατρίδα του Τζέιμς Μποντ ώστε να αστειευτώ και λίγο με τον ήρωα που είχα δημιουργήσει. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Σε όλες τις ιστορίες το κοινό στοιχείο είναι ότι ο Χάμιλτον διαπράττει εγκλήματα, αλλά πάντα γλυτώνει. Ο Χάμιλτον βλέπει, όπως και ο μέντοράς του, ο “Γέρος”, τους σουηδικούς μας νόμους σαν μικρά πρακτικά εμπόδια για την ίδια του τη δραστηριότητα. Και όπως συνηθίζει να τονίζει ο Γέρος: “Υπάρχει διαφορά μεταξύ των νόμων του Θεού και των ανθρώπινων κανονισμών”.

»Αν και τώρα, στη Μεγάλη Βρετανία, θα συναντήσουμε άνδρες των μυστικών υπηρεσιών που κάνουν τον Χάμιλτον να φαντάζει σαν ένας σχολαστικός Τεύτονας γραφειοκράτης. Με τον τρόπο αυτόν η προοπτική αλλάζει. Ξαφνικά οι απόψεις του “Γέρου” για τους νόμους και τους κανονισμούς δεν είναι πια τόσο ανεύθυνα επιπόλαιες όπως σε προηγούμενες ιστορίες».

 

En medborgare höjd över varje misstanke (Πολίτης υπεράνω πάσης υποψίας) – 1995

«Η ιδέα για το βιβλίο αυτό μου ήρθε το 1991 όταν έπαιρνα συνέντευξη από τον τότε υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ Σελ Λάρσον, επί πρωθυπουργίας Ίνγκβαρ Κάρλσον. Το θέμα της συνομιλίας μας ήταν τα πολιτικά προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στο τέλος της προεκλογικής εκστρατείας του 1991. Έκανα επίσης την υποθετική ερώτηση για τυχόν προβλήματα από τις επιχειρήσεις του Χάμιλτον στη Σικελία (Βεντέτα).

»Από πολιτική σκοπιά το πρόβλημα έχει δύο πλευρές. Από τη μια έρχεται μια πτήση της SAS στο αεροδρόμιο της Αρλάντα, συνοδευόμενη από δύο καταδιωκτικά Βίγκεν, με τους διασωθέντες από τα νύχια της Μαφίας Όλα τα τηλεοπτικά κανάλια είναι εκεί. Οι εικόνες Σουηδών πατεράδων που τους αγκαλιάζουν τα κατάξανθα παιδάκια τους στην Αρλάντα είναι ακαταμάχητες, πολιτικά και συναισθηματικά. Αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να πειράξουν ούτε μια τρίχα από το κεφάλι του Χάμιλτον.

»Από την άλλη, μια σουηδική κυβέρνηση δεν μπορεί να επιτρέπει σε ένα τμήμα της σουηδικής εθνικής άμυνας να ασκεί δική του εξωτερική πολιτική, στην περίπτωση αυτή να ξεκινάει έναν μικρό πόλεμο στη Σικελία».

Η απάντηση που πήρε ο Γκιγιού από τον Λάρσον ήταν ότι, αν οι σοσιαλδημοκράτες κέρδιζαν, ο Χάμιλτον θα έφευγε από τη μυστική υπηρεσία. Θα γινόταν όμως επικεφαλής της υπηρεσίας Ασφαλείας. Βέβαια οι σοσιαλδημοκράτες δεν κέρδισαν τις εκλογές και έγραψε τρία άλλα βιβλία περιμένοντας μια σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση για να κάνει τον Χάμιλτον αρχηγό της Ασφάλειας.

Το βιβλίο αυτό έχει ως θέμα το μεγαλύτερο ερώτημα της εποχής μας, τη σχέση ανάμεσα σε ένα εκατομμύριο μετανάστες και στη σουηδική πλειονότητα. Η υπηρεσία Ασφαλείας είχε γίνει όπλο κατά των μεταναστών, τώρα που οι εχθροί του έθνους δεν ήταν ούτε οι κομουνιστές ούτε οι αριστεροί φοιτητές. Μάλιστα τα κονδύλια προς την Ασφάλεια διπλασιάστηκαν μετά το 1991, δηλαδή μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης!

Το Πολίτης υπεράνω πάσης υποψίας δεν ήταν απλώς το τελευταίο βιβλίο, ήταν και το σημαντικότερο από όλα τα βιβλία της σειράς αυτής. Διότι αυτό που βλέπουμε εδώ, μέσα από τα μάτια του νέου αρχηγού της Εθνικής Ασφάλειας, του Χάμιλτον, είναι τρομακτικό: μια εικόνα της Σουηδίας που στα μάτια πολλών μοιάζει εφιαλτική.

 

Τι γίνεται όμως με τον Χάμιλτον; Ε, αυτός ήδη από τη Μοναδική νίκη είχε πάρει αμερικανικό διαβατήριο και μια γνήσια αμερικανική ταυτότητα με το όνομα Τσαρλς Χάμλον.

Ο Τσαρλς Χάμλον δεν μπορεί να επιστρέψει ποτέ πια στη Σουηδία. Θα τον βρείτε σε μια παραλία έξω από το Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας. Και όπως το διατύπωσε η νοσοκόμα Λίντα Μαρτίνεζ:

«Χριστούλη μου! Αυτός ο άνθρωπος δεν πεθαίνει με τίποτα!»

 

 

Τα βιβλία για τον ιππότη του Ναού Αρν Μάγκνουσον

 

Τρία βιβλία, τρία μέρη στην ιστορία αυτή:

Μέρος πρώτο: Ένας νεαρός μεγαλώνει στη χριστιανική Ευρώπη του Μεσαίωνα με την προπαγάνδα που θέλει τους Σαρακηνούς κακούς και ότι αν θυσιάσει τη ζωή του σε αυτό τον Ιερό πόλεμο θα είναι για πάντα ευλογημένος. Ο νεαρός αυτός ταξιδεύει, πολύ καλά εκπαιδευμένος, εξοπλισμένος και γεμάτος πίστη στην Ιερουσαλήμ.

Μέρος δεύτερο: Ένας όχι πια τόσο νεαρός άντρας έχει περάσει μία ή δύο δεκαετίες στους Αγίους Τόπους. Τα περισσότερα από αυτά που του είχαν μάθει, όταν ήταν ακόμη παιδί, για τους κακούς Σαρακηνούς έχουν διαψευστεί από την ίδια την πραγματικότητα. Η μουσουλμανική κουλτούρα αποδεικνύεται ανώτερη από την ευρωπαϊκή σε όλους τους τομείς και ηττημένος τα παρατάει για να επιστρέψει στην πατρίδα και να υπηρετήσει καλύτερα τον Θεό του εκεί.

Μέρος τρίτο: Ένας σχεδόν ηλικιωμένος σταυροφόρος επιστρέφει στη γενέτειρά του και πασχίζει να εξηγήσει σε καχύποπτους, δογματικούς και αδαείς συγγενείς και γείτονες ότι δεν ήταν όλα τόσο όμορφα και ωραία με τον Ιερό πόλεμο. Δυσκολεύεται να γίνει πιστευτός με τέτοιες αιρετικές απόψεις, αλλά καταφέρνει να αποδείξει στον περίγυρό του την αλήθεια, και με κάποια ίσως βοήθεια από τους μουσουλμάνους φίλους του, οικοδομώντας έναν καλύτερο κόσμο από αυτόν που είχε αφήσει πίσω του.

Ακολουθεί ένα τέταρτο, ανεξάρτητο βιβλίο που συνδέει τα τρία προηγούμενα μυθιστορήματα με την ίδρυση της Στοκχόλμης ως κέντρου της Σουηδίας.

 

Κυνήγι μαγισσών

 

Γράφει ένα ιστορικό ρεπορτάζ για το κυνήγι μαγισσών παλιότερα που κυκλοφορεί το 2002 με τον τίτλο Häxornas försvarareett historiskt reportage (Ο υπερασπιστής των μαγισσών – ένα ιστορικό ρεπορτάζ).

 

Θεατρικά και άλλα

Γράφει μια σειρά θεατρικών έργων μαζί με άλλους. Τα δύο πρώτα για το Ντραμάτεν, το Βασιλικό Δραματικό Θέατρο.

RanstadvalsenΤο βαλς της Ράνσταντ, ένα θεατρικό για την εξόρυξη ουρανίου έξω από το χωριό Ράνσταντ. Το έργο αυτό δεν παίχτηκε ποτέ.

StatsministernΟ πρωθυπουργός. Γράφει για τον πρώην πρωθυπουργό Τούρμπγιερν Φελντίν που παραιτείται από τη θέση του ως πολέμιος της ατομικής ενέργειας στη Σουηδία. Ούτε αυτό παίχτηκε ποτέ. Θα είχε πρεμιέρα την ημέρα που ο πρωθυπουργός Τ. Φελντίν όντως παραιτήθηκε.

Τα επόμενα για την τηλεόραση.

GenombrottetΤο αποφασιστικό βήμα. Για έναν λαϊκιστή και το κόμμα του (ρατσιστικό και ακροδεξιό) ο οποίος, έπειτα από την εμφάνισή του σε τηλεοπτικό πρόγραμμα, κάνει το βήμα στην πολιτική και παίρνει το 10% των ψηφοφόρων. Κάτι που επίσης συνέβη στη Σουηδία αργότερα.

VargenΟ λύκος. Η συνέχεια του μυθιστορήματος Το ξέσπασμα της βίας.

FörhöretΗ ακροαματική διαδικασία. Με τον Χάμιλτον ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

KvällspressenΑπογευματινός Τύπος. Για την εφημερίδα Εξπρέσεν, μαζί με τον Λέιφ Γκε-Βε Πέρσον (Leif GW Persson: συγγραφέας της τριλογίας Ιστορία ενός εγκλήματος, για τη δολοφονία του Πάλμε — στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Γρ. Κονδύλη).

Συνέχεια του προηγουμένου ήταν το έργο Den vite riddarenΟ λευκός καβαλάρης. Έπεται το Anna Holt, polisΑστυνομικός Άννα Χολτ.

 

Εκδίδει ένα βιβλίο με όλα τα άρθρα που έχει γράψει και με τίτλο ÅsikterΑπόψεις.

 

 

 

Τα βιβλία του

 

  1. Om kriget kommer Αν ξεσπάσει πόλεμος 1971
  2. Det stora avslöjandetΗ μεγάλη αποκάλυψη 1974
  3. Journalistik – Δημοσιογραφία 1976
  4. Irak, det nya Arabien – Ιράκ, Η νέα Αραβία (με τη Marina Stagh) 1977
  5. Artister – Καλλιτέχνες (με τον Jan Håkan Dahlström) 1979
  6. Reporter – Ρεπόρτερ 1979
  7. Ondskan – Το ξέσπασμα της βίας 1981 (σε μετάφραση Γρ. Κονδύλη, εκδόσεις Ωμέγα)
  8. Berättelser från det Nya Riket – Ιστορίες από το Νέο Κράτος (με τον Göran Skytte) 1982
  9. Justitiemord – Δικαστική πλάνη 1983
  10. Nya Berättelser – Νέες ιστορίες (με τον Göran Skytte) 1984
  11. Coq Rouge – Η ιστορία ενός Σουηδού κατασκόπου (σε μετάφραση Γρ. Κονδύλη, εκδόσεις Μεταίχμιο) 1986
  12. Den demokratiske terroristen – Τρομοκράτης δημοκρατικών πεποιθήσεων 1987
  13. I nationens intresse – Για λόγους εθνικής ασφαλείας 1988
  14. Fiendens fiende – Ο εχθρός του εχθρού 1989
  15. Reporter – Ρεπόρτερ (αναθεωρημένη έκδοση) 1989
  16. Åsikter – Απόψεις 1990
  17. Den hedervärde mördaren – Ο εντιμότατος δολοφόνος 1990
  18. Gudarnas berg – Το βουνό των θεών 1990
  19. Vendetta – Βεντέτα 1991
  20. Ingen mans land – Ουδέτερο έδαφος 1992
  21. Den enda segern – Η μοναδική νίκη 1993
  22. I Hennes Majestäts tjänst – Στην υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητας 1994
  23. En medborgare höjd över varje misstanke – Πολίτης υπεράνω πάσης υποψίας 1995
  24. Om jakt och jägare – Κυνήγι και κυνηγοί (με τον Leif GW Persson) 1996
  25. Vägen till Jerusalem – Ο δρόμος προς την Ιερουσαλήμ 1998 (σε μετάφραση Βαγγέλη Κατσάνη, εκδόσεις Ψυχογιός)
  26. Tempelriddaren — Ο Ναΐτης 1999
  27. Riket vid vägens slut – Το βασίλειο στο τέλος της διαδρομής 2000
  28. Arvet efter Arn – Η κληρονομιά που άφησε ο Αρν 2001
  29. Häxornas försvarare, ett historiskt reportage – Ο υπερασπιστής των μαγισσών, ένα ιστορικό ρεπορτάζ 2002
  30. Tjuvarnas marknad – Το παζάρι των κλεφτών 2004
  31. Kolumnisten – Ο αρθρογράφος 2005
  32. Madame Terror – Μαντάμ Τέρορ 2006 (σε μετάφραση Γρ. Κονδύλη, εκδόσεις Ορφέας)
  33. Fienden inom oss – Ο εχθρός μέσα μας 2007 (σε μετάφραση Γρ. Κονδύλη, δεν έχει εκδοθεί)
  34. Men inte om det gäller din dotter – Όχι όταν πρόκειται για την κόρη σου 2008
  35. Ordets makt och vanmakt, mitt skrivande liv – Η δύναμη και η αδυναμία των λέξεων, η ζωή μου ως συγγραφέας 2009
  36. Brobyggarna – Οι γεφυροποιοί 2011
  37. Dandy – Ο δανδής 2012
  38. Mellan rött och svart – Μεταξύ κόκκινου και μαύρου 2013
  39. Att inte vilja se – Ο εθελότυφλος 2014
  40. Blå stjärnan – Το μπλε αστέρι 2015
  41. Äkta amerikanska jeans – Γνήσιο αμερικάνικο μπλουτζίν 2016

 

 

[1] Διατηρούμε κάποιες επιφυλάξεις ως προς τη μετάφραση τίτλων βιβλίων που δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.

[2] Περισσότερα για το πώς γεννήθηκε η ιδέα για τον Καρλ Χάμιλτον στο επίμετρο του μεταφραστή του βιβλίου Η ιστορία ενός Σουηδού κατασκόπου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

[3] Θα μπορούσαμε να το πούμε και Ένας τρομοκράτης δημοκρατικών πεποιθήσεων, αλλά όπως ειπώθηκε η μετάφραση των βιβλίων που δεν έχουν μεταφραστεί ακόμη είναι κάπως αυθαίρετη και πρόχειρη.

 

 

© Γρηγόρης Ν. Κονδύλης – Μεταφραστής

En valsmelodi – Μια μελωδία σε ρυθμό βαλς (του Nils Ferlin / μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης)

 

images.jpg

Dagen är släckt,
mörkret har väckt
stjärnor och kattor och slinkor
fyllda av skarn,
slödder och flarn
sova polishus och finkor –
Barnet det skådar i drömmarnas brus
hur en ängel med lyktor går runt våra hus.

Och ensam i kvällen den sena
jag slåss med en smäktande vals.
Och jag är ganska mager om bena,
tillika om armar och hals –
jag har sålt mina visor
till nöjets estrader
och Gud må förlåta mej somliga rader
ty jag är ganska mager om bena,
tillika om armar och hals.

Grämelsens son
i grammofon
sprattlar för Hans och för Greta
Pajas – ack ja –
schajas – ack ja,
gott kan det vara att veta!
Skänk mej nu bara ett rimord på sol
när jag redan har använt fiol och viol? –
Ack, ensam i kvällen den sena
jag slåss med en smäktande vals,
och jag är ganska mager om bena,
tillika om armar och hals

– Jag har ingenting alls här i världen att vinna
och snart i min grop skola maskarna finna
att jag är ganska mager om bena,
tillika om armar och hals.

Το φως αδειάζει
κι η νύχτα ξεβράζει
αστέρια, τσούλες και πόρνες
ζωής σκουπίδια,
γυναίκες συντρίμμια
μες σε κελιά σωριασμένες –

και το μωρό στου ονείρου την αχλή
βλέπει έναν άγγελο με λύχνο στην αυλή.

Και μόνος μες την άγρια νύχτα
παλεύω με ένα βαλς ληθαργικό.
Και μια ατονία νιώθω στα πόδια
το ίδιο στα χέρια και τον λαιμό–

τους στίχους μου πούλησα για τέρψεις πολλές
συχώρα μου, Θεέ μου, και κάποιες στροφές,
αφού ατονία νιώθω στα πόδια
το ίδιο στα χέρια και τον λαιμό.

Της πίκρας ο γιος
στο γραμμόφωνο εμπρός
κλαίει για τον Χανς και τη Γκρέτα
Παλιάτσος – αχ ναι–
κλοσάρ – αχ ναι,
Καλά που τα λες, για να ξέρω!
Έλα όμως και πες μου πώς ριμάρει η “λιακάδα”
Τώρα που στράγγισα και τη λέξη “ικμάδα”;

Κι αλίμονο, μόνος μες την άγρια νύχτα
παλεύω με ένα βαλς ληθαργικό.
Και μια ατονία νιώθω στα πόδια
το ίδιο στα χέρια και τον λαιμό–

Από τούτο τον κόσμο δεν έχω διάφορο πια
σύντομα τα σκουλήκια θα μάθουν κι αυτά
για την ατονία που νιώθω στα πόδια
όπως στα χέρια και τον λαιμό.

(μτφρ. Γρ. Κονδύλη)

Continue reading

Πώς ερωτεύτηκα τον άντρα που ζούσε στους θάμνους / Έμι Αμπραχάμσον / μετάφραση: Γρηγόρης Κονδύλης Ψυχογιός, 2017 360 σελ.

http://www.psichogios.gr/site/Books/show/1003939/pws-erwteythka-ton-antra-poy-zoyse-stoys-thamnoys

 

9786180120110

 

Κι αν ο… δύσοσμος άστεγος που κάθεται στο διπλανό παγκάκι είναι τελικά ο άντρας των ονείρων σου;

Η Τζούλια είναι μια νεαρή Σουηδέζα που ζει με τον γάτο της Όπτιμους στη Βιέννη. Μπορεί να μη ζει ακριβώς τη ζωή που θα ήθελε, αλλά είναι θετικό κορίτσι και εξακολουθεί να ονειρεύεται το μέλλον. Μια μέρα θα γράψει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, θα γίνει φίλη με τη μεγάλη συγγραφέα Ελφρίντε Γέλινεκ και θα σταματήσει να απαντά σε στατιστικές έρευνες για να περνά η ώρα. Μέχρι τότε, όμως, θα συνεχίσει να διδάσκει αγγλικά σε υπερφιλόδοξα επιχειρηματικά στελέχη και ανεπίδεκτα μαθήσεως παιδιά.

Στο παγκάκι ενός πάρκου γνωρίζει τον Μπεν. Και οι δυο τους ερωτεύονται τρελά. Όλα είναι τέλεια, εκτός από το γεγονός ότι ο Μπεν ζει σε έναν θάμνο και χρειάζεται επειγόντως να κάνει μπάνιο!

Το ΠΩΣ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ ΠΟΥ ΖΟΥΣΕ ΣΤΟΥΣ ΘΑΜΝΟΥΣ είναι μια υπέροχη ιστορία αγάπης για την τόλμη να επιλέγεις με την καρδιά σου, να βλέπεις πέρα από το προφανές, πέρα από τις προσδοκίες και πέρα από τα κουρελιασμένα ρούχα. Και, το συναρπαστικότερο, είναι εμπνευσμένο από την πραγματική ιστορία της συγγραφέως.

 

Σημείωση

Το βιβλίο αρχίζει με την εξής αμίμητη φράση:

«I love cock! – Λατρεύω τον πούτσο!» λέει χαρωπά η γυναίκα.

 

 

Επίκειται συζήτηση σχετική με αυτή τη φράση.

 

Ίσιντορ και Πάουλα του Ούλα Νίλσον σε μετάφραση Γρηγόρη Κονδύλη (εκδ. Καστανιώτης)

Μια συνέντευξη του Ούλα Νίλσον για το βιβλίο του, στα σουηδικά.

 

Ίσιντορ και Πάουλα Ούλα Νίλσον Μετάφραση: Γρηγόρης Ν. Κονδύλης

 

b218015

O Ίσιντορ ζει κάτω από την επιφάνεια της γης. Εργάζεται ως μηχανοδηγός στο μετρό της Στοκχόλμης και καθημερινά φοβάται μήπως κάποιος πηδήξει ή πέσει μπροστά στο δικό του τρένο. Η Πάουλα ζει σε ένα άλλο σκοτάδι και ο Ίσιντορ έχει κάνει σκοπό της ζωής του να την βγάλει ξανά στο φως. Αλλά η Πάουλα δεν θέλει. Είναι ξαδέρφια. Οι ζωές τους διαπλέκονται ένα καλοκαίρι των παιδικών τους χρόνων, κάτω από μια έντονη λιακάδα που επιτρέπει να σχηματίζονται βαθιές σκιές. Στους κόλπους μιας οικογένειας όπου η βία είναι μόνιμη, έχουν ο ένας τον άλλον –αλλά τίποτα περισσότερο. Το νέο μυθιστόρημα του Ούλα Νίλσον είναι η λυρική και εκλεπτυσμένη αφήγηση μιας άφατης αγάπης, ένα πυκνογραμμένο βιβλίο –ατμοσφαιρικό, σαν ταινία του Μπέργκμαν– για την αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα σε δύο νέους που έχουν βρεθεί τόσο κοντά όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν. Είναι, επίσης, μια ανασύνθεση του μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης στην περίφημη εκδοχή του Ρίλκε: μια Ευρυδίκη που στον θάνατο έχει γίνει ένα ιδιαίτερο άτομο και που ίσως να μην αντιλαμβάνεται καν ότι είναι ο Ορφέας εκείνος που βαδίζει πιο μπροστά της στον δρόμο.

«Ένα αξιοθαύμαστο μυθιστόρημα. Ακτινοβολεί από την πρώτη σελίδα… με μια λαμπρή ευκρίνεια λεπτομερειών… Ο Ούλα Νίλσον παίρνει τον μύθο, τον τοποθετεί στη σύγχρονη σουηδική καθημερινότητα και τον αφήνει να ξετυλιχθεί εκεί. Ακριβώς έτσι λειτουργεί ένα λογοτεχνικό έργο. Οι ιστορίες ζουν η μία μέσα στην άλλη, η μία από την άλλη, και ζωντανεύουν όταν τις χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ».

MARIA SCHOTTENIUS, Dagens Nyheter

«Με αυτό το βιβλίο καθίσταται σαφές ότι ο Ούλα Νίλσον ανήκει στις πλέον ενδιαφέρουσες λογοτεχνικές φωνές της γενιάς του. Αποδεικνύει άλλη μια φορά την ικανότητά του να μπαίνει στο πετσί των ατόμων που ζουν χαμένοι στο περιθώριο της ζωής και να συλλαμβάνει επιδέξια τις πολλές αποχρώσεις του μαύρου».

ANN LINGEBRANDT, Helsinborgs Dagblad

«Το νέο του μυθιστόρημα –όπως κι εκείνα που απαρτίζουν την τριλογία της Νόρλαντ– είναι γραμμένο σε μια απλή και ακριβή γλώσσα, παλλόμενη από υπόρρητα, υπολανθάνοντα νοήματα… Με τέσσερα θεοσκότεινα και ανελέητα μυθιστορήματα, συμπυκνωμένα σαν εκχύλισμα αψιθιάς, ο Ούλα Νίλσον κατέλαβε διακριτικά την άδεια θέση της Μπιργίτα Τρότσιγκ στη σουηδική λογοτεχνία –της άτεγκτης και απαραίτητης μάρτυρος καταστάσεων αδήριτης ανάγκης που προτιμάμε να αγνοούμε».

NILS SCHWARTZ, Expressen

«Ο Ούλα Νίλσον στήνει ξανά μικρά συμπιεσμένα έργα δωματίου, σπαράγματα από μια αναγνωρίσιμη καθημερινότητα».

TOMAS LARSSON, Östersunds-Posten